Η ανατροπή της στάσης της Βεγγάζης ενισχύει τη διπλωματική θέση της Άγκυρας, χωρίς να μεταβάλλει αυτομάτως το καθεστώς των ελληνικών θαλάσσιων ζωνών – Στο επίκεντρο οι πρωτοβουλίες για τα θαλάσσια πάρκα και οι διεκδικήσεις στο Αιγαίο
Σε μια εξέλιξη με δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις για τα ελληνικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης ενέκρινε σήμερα, Τρίτη 20 Οκτωβρίου, το τουρκολιβυκό μνημόνιο για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, όπως μετέδωσε το Ρόιτερς, ανακαλώντας παράλληλα την απόφαση του 2020 με την οποία είχε απορρίψει τη συμφωνία και είχε ταχθεί υπέρ της διακοπής των πολιτικών σχέσεων με την Τουρκία. Η απόφαση, σύμφωνα με το Reuters, σηματοδοτεί σημαντική μεταβολή της στάσης της ανατολικής λιβυκής πλευράς απέναντι στην Άγκυρα και δημιουργεί νέα δεδομένα για τις ελληνικές διπλωματικές προσπάθειες στην περιοχή.
Η σημασία της εξέλιξης δεν περιορίζεται στις διμερείς σχέσεις Λιβύης και Τουρκίας. Αγγίζει τον πυρήνα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης για τις θαλάσσιες ζώνες, τις ενεργειακές προοπτικές νότια και ανατολικά της Κρήτης, αλλά και τη διαμάχη γύρω από τις ελληνικές πρωτοβουλίες προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος στο Αιγαίο.
Η βασική διάσταση για την Αθήνα είναι ότι η Άγκυρα αποκτά ένα πρόσθετο διπλωματικό επιχείρημα, καθώς η συμφωνία του 2019 δεν στηρίζεται πλέον μόνο στην κυβέρνηση της Τρίπολης, η οποία την υπέγραψε, αλλά και στο κοινοβούλιο που εδρεύει στην ανατολική Λιβύη. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το μνημόνιο καθίσταται αυτομάτως νόμιμο έναντι της Ελλάδας ή ότι αναγνωρίζονται οι τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων.
Η συμφωνία του 2019 και η ελληνική αντίδραση
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 2019 από την Τουρκία και την τότε Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, με έδρα την Τρίπολη. Με αυτό, οι δύο πλευρές επιχείρησαν να καθορίσουν τα όρια των θαλάσσιων περιοχών τους στη Μεσόγειο, χαράσσοντας μια γραμμή οριοθέτησης που αγνοεί την επήρεια ελληνικών νησιών, μεταξύ των οποίων η Κρήτη, η Κάρπαθος, η Κάσος και η Ρόδος.
Η Αθήνα απέρριψε εξαρχής τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και παραγνωρίζει τη γεωγραφική πραγματικότητα. Κεντρικό επιχείρημα της ελληνικής πλευράς είναι ότι τα νησιά διαθέτουν, σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες, συμπεριλαμβανομένης της υφαλοκρηπίδας και, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, υποστηρίζει μια διαφορετική προσέγγιση, η οποία δίνει προτεραιότητα στις ηπειρωτικές ακτές κατά την οριοθέτηση και περιορίζει την επήρεια των ελληνικών νησιών. Η διαφωνία αυτή αποτελεί έναν από τους βασικούς πυρήνες της αντιπαράθεσης των δύο χωρών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η νέα απόφαση της λιβυκής Βουλής ενισχύει την πολιτική επιχειρηματολογία της Άγκυρας, καθώς περιορίζει τα περιθώρια επίκλησης της προηγούμενης απόρριψης του μνημονίου από την ανατολική πλευρά της Λιβύης. Δεν αίρει, όμως, τις ουσιαστικές αντιρρήσεις της Ελλάδας ούτε επιλύει τη διαφορά ως προς τη νομιμότητα της οριοθέτησης.
Τι αλλάζει στην πράξη για την Ελλάδα
Η εξέλιξη δημιουργεί τρεις βασικές προκλήσεις για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Πρώτον, δυσκολεύει τη διπλωματική προσπάθεια απομόνωσης του μνημονίου. Η Αθήνα είχε αξιοποιήσει την αντίθεση της ανατολικής λιβυκής πλευράς, η οποία είχε απορρίψει τη συμφωνία το 2020, ως ένα από τα επιχειρήματα για να αναδείξει ότι το μνημόνιο δεν διέθετε ευρεία πολιτική αποδοχή στο εσωτερικό της Λιβύης. Με την ανατροπή εκείνης της απόφασης, το συγκεκριμένο επιχείρημα αποδυναμώνεται.
Δεύτερον, ενισχύεται η δυνατότητα της Τουρκίας να επικαλείται τη συμφωνία σε περιφερειακές διαπραγματεύσεις. Η Άγκυρα μπορεί να παρουσιάζει πλέον το μνημόνιο ως συμφωνία που υποστηρίζεται από τις δύο βασικές πολιτικές πλευρές της Λιβύης, παρά τον συνεχιζόμενο κατακερματισμό της εξουσίας στη χώρα. Αυτό μπορεί να περιπλέξει τις ελληνικές προσπάθειες για μια συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με τη Λιβύη.
Τρίτον, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της πρακτικής εφαρμογής του. Η πολιτική έγκριση από τη λιβυκή Βουλή δεν επιλύει αυτομάτως τις αντιρρήσεις για τη νομιμότητα του μνημονίου ούτε συνεπάγεται ότι η Ελλάδα οφείλει να αποδεχθεί τις προβλέψεις του. Η Αθήνα εξακολουθεί να θεωρεί ότι η συμφωνία δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών.
Η ευρωπαϊκή θέση κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Σε ψήφισμά του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει υποστηρίξει ότι το μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών και δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας, επισημαίνοντας ότι δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η νέα εξέλιξη είναι αδιάφορη για την Ελλάδα. Αντίθετα, αυξάνει την ανάγκη για διπλωματικές κινήσεις που θα διασφαλίζουν ότι οι ελληνικές θέσεις θα παραμένουν ισχυρές τόσο σε διμερές όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Η Λιβύη στο επίκεντρο της ελληνικής διπλωματίας
Η Αθήνα έχει επιδιώξει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας και με τις δύο πλευρές της διαιρεμένης Λιβύης, καθώς η χώρα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών νότια της Κρήτης.
Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή μια συμφωνία Ελλάδας και Λιβύης θα μπορούσε να συμβάλει στην αποσαφήνιση των μεταξύ τους θαλάσσιων δικαιωμάτων και να ενισχύσει τη θέση της Αθήνας απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Λιβύης συμφώνησαν να αρχίσουν διαδικασία συζητήσεων για την οριοθέτηση θαλάσσιων συνόρων. Η ελληνική πλευρά επανέλαβε τότε τη θέση της ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι άκυρο και ανυπόστατο.
Η έγκριση από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης καθιστά πλέον ακόμη πιο σύνθετη αυτή την προσπάθεια. Η Αθήνα θα πρέπει να διαχειριστεί μια κατάσταση στην οποία οι δύο αντίπαλοι πολιτικοί πόλοι της Λιβύης εμφανίζονται να συγκλίνουν ως προς τη συμφωνία με την Τουρκία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι εσωτερικές διαφορές τους ή ότι έχει διαμορφωθεί ενιαία και σταθερή κρατική πολιτική σε όλα τα ζητήματα.
Για την ελληνική διπλωματία, το ζητούμενο είναι να μην επιτρέψει στην πολιτική αυτή μεταβολή να μετατραπεί σε τετελεσμένο στις θαλάσσιες διεκδικήσεις. Η διατήρηση της επικοινωνίας με την Τρίπολη και τη Βεγγάζη, η ενίσχυση των επαφών με την Ευρωπαϊκή Ένωση και η αναζήτηση συνεννόησης με χώρες της περιοχής, όπως η Αίγυπτος, αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.
Τα θαλάσσια πάρκα και η αντιπαράθεση στο Αιγαίο
Η νέα εξέλιξη αποκτά πρόσθετη σημασία αν συνδυαστεί με την αντιπαράθεση γύρω από τα θαλάσσια πάρκα που σχεδιάζει και θεσμοθετεί η Ελλάδα.
Τον Ιούλιο του 2025, η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε τα όρια δύο μεγάλων θαλάσσιων πάρκων, στο Ιόνιο και στο Αιγαίο, με στόχο την προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας. Το πάρκο του Αιγαίου αφορά περιοχή περίπου 9.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων στις νότιες Κυκλάδες, ενώ ο συνολικός σχεδιασμός συνδέεται με τον στόχο προστασίας του 30% των ελληνικών υδάτων έως το 2030.
Η Αθήνα αντιμετωπίζει τα θαλάσσια πάρκα ως περιβαλλοντική πρωτοβουλία, με μέτρα προστασίας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, των θαλάσσιων θηλαστικών, των θαλάσσιων πτηνών και άλλων ειδών. Η Άγκυρα, ωστόσο, έχει εκφράσει αντιρρήσεις, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες κινήσεις δεν πρέπει να συνδέονται με την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών και κατηγορώντας την Ελλάδα ότι επιχειρεί να ενισχύσει τις θέσεις της στο Αιγαίο.
Η ένταση αναζωπυρώθηκε τον Αύγουστο του 2026, όταν η Τουρκία ανακοίνωσε δικά της θαλάσσια πάρκα στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική πλευρά αντέδρασε, υποστηρίζοντας ότι οι τουρκικές πρωτοβουλίες δεν μπορούν να θίγουν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Η κίνηση της Άγκυρας ερμηνεύθηκε, παράλληλα, ως απάντηση στην ελληνική πολιτική για την προστασία των θαλάσσιων περιοχών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετο στοιχείο της τουρκικής διπλωματικής στρατηγικής. Η Άγκυρα επιδιώκει να ενισχύσει την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο και να προωθήσει τις δικές της αντιλήψεις για τα όρια των θαλάσσιων δικαιοδοσιών.
Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι η απόφαση της λιβυκής Βουλής μεταβάλλει άμεσα το νομικό καθεστώς των ελληνικών θαλάσσιων πάρκων. Η περιβαλλοντική προστασία και η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών αποτελούν διακριτά ζητήματα, ακόμη και αν στην πράξη συνδέονται με ευρύτερες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις.
Η Ελλάδα καλείται, επομένως, να συνεχίσει την εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής της στη βάση των αρμοδιοτήτων και των δικαιωμάτων της, τεκμηριώνοντας παράλληλα ότι οι σχετικές πρωτοβουλίες δεν συνιστούν απόπειρα μονομερούς διευθέτησης εκκρεμών ζητημάτων οριοθέτησης.
Το κρίσιμο νομικό ζήτημα: Τι ισχύει με το Δίκαιο της Θάλασσας
Η πολιτική έγκριση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή δεν ισοδυναμεί με διεθνή δικαστική απόφαση που να αναγνωρίζει τη νομιμότητά του.
Το βασικό νομικό ζήτημα παραμένει εάν και σε ποιο βαθμό η συμφωνία μπορεί να θεμελιώσει θαλάσσια όρια μεταξύ δύο χωρών όταν η χάραξή της αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων κρατών. Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η συμφωνία παραβιάζει τα δικαιώματά της, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη την παρουσία και τη θαλάσσια προβολή ελληνικών νησιών.
Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης διέπεται από το διεθνές δίκαιο και, ειδικότερα, από τους σχετικούς κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας. Η επίλυση μιας διαφοράς απαιτεί να εξεταστούν τα γεωγραφικά δεδομένα, τα δικαιώματα των παράκτιων κρατών και οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Η θέση της Ελλάδας είναι ότι το μνημόνιο δεν μπορεί να δεσμεύσει την ίδια, καθώς δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος. Η αρχή ότι μια συμφωνία μεταξύ δύο κρατών δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει υποχρεώσεις για τρίτο κράτος αποτελεί βασικό στοιχείο του διεθνούς δικαίου.
Συνεπώς, η έγκριση από τη λιβυκή Βουλή έχει πολιτική και διπλωματική βαρύτητα, αλλά δεν επιλύει τη νομική διαφορά ούτε ακυρώνει τα δικαιώματα που η Ελλάδα θεμελιώνει στο διεθνές δίκαιο.
Οι επόμενες κινήσεις της Αθήνας
Η νέα κατάσταση διαμορφώνει ένα σύνθετο πεδίο για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Η Αθήνα θα χρειαστεί να εντείνει τις επαφές της με τη λιβυκή πλευρά, να συνεχίσει να αναδεικνύει τις νομικές αντιρρήσεις της για το μνημόνιο και να αξιοποιήσει τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά και διεθνή διπλωματικά μέσα.
Παράλληλα, η προώθηση των θαλάσσιων πάρκων θα απαιτήσει προσεκτική νομική και περιβαλλοντική τεκμηρίωση, ώστε να μην επιτρέπεται η εργαλειοποίηση της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος για την προώθηση ανταγωνιστικών γεωπολιτικών διεκδικήσεων.
Το βασικό διακύβευμα είναι να αποτραπεί η μετατροπή μιας πολιτικής συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης σε τετελεσμένο που θα επηρεάσει τις ελληνικές θέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αθήνα έχει λόγους να αντιμετωπίζει την απόφαση ως σοβαρή διπλωματική εξέλιξη, χωρίς όμως να τη θεωρεί ανατροπή του υφιστάμενου νομικού πλαισίου.
Η έγκριση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή ενισχύει την πολιτική θέση της Άγκυρας και περιπλέκει τις ελληνικές προσπάθειες. Δεν καθορίζει, ωστόσο, από μόνη της τα όρια των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων. Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η εξέλιξη θα οδηγήσει σε περαιτέρω σύγκλιση Τρίπολης, Βεγγάζης και Άγκυρας ή εάν η Αθήνα θα καταφέρει να διατηρήσει ανοικτό το πεδίο για μια διαφορετική διευθέτηση των θαλάσσιων διαφορών.

Σχόλια
Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Απαντάμε σε επώνυμα σχόλια. Διαγράφουμε υβριστικά σχόλια, που μπορεί να προκαλέσουν εισαγγελική παρέμβαση.
Με τη λέξη επαλήθευσης που ζητάμε, προσπαθούμε να αποφύγουμε τα spam και τυχόν ιούς, που θα βλάψουν και το δικό σας υπολογιστή.