Του Γιάννη Χατζηιωαννίδη

Ένα παράδοξο βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του αγγλικού ποδοσφαίρου. Οι ομάδες της Premier League προσελκύουν δισεκατομμυριούχους, επενδυτικά funds και διεθνείς επιχειρηματικούς ομίλους, την ώρα που πολλές από αυτές δυσκολεύονται να παρουσιάσουν κέρδη από την καθημερινή λειτουργία τους.
Τα οικονομικά στοιχεία αποτυπώνουν με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την αντίφαση. Σύμφωνα με την ετήσια επισκόπηση της Deloitte για το ποδόσφαιρο, οι συνολικές ζημίες προ φόρων των 20 συλλόγων της Premier League πλησίασαν το 1 δισ. ευρώ τη σεζόν 2024/25, καταγράφοντας θεαματική επιδείνωση σε σύγκριση με δύο χρόνια νωρίτερα. Μόλις οκτώ ομάδες εμφάνισαν λειτουργικά κέρδη, όταν την προηγούμενη χρονιά ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 13. Κι όμως, οι αποτιμήσεις των κορυφαίων αγγλικών συλλόγων συνεχίζουν να ανεβαίνουν.

Η μεγάλη κούρσα για τους ποδοσφαιριστές

Ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τις οικονομικές πιέσεις είναι το διαρκώς αυξανόμενο κόστος δημιουργίας μιας ανταγωνιστικής ομάδας. Οι μεταγραφές, τα συμβόλαια και συνολικά η παγκόσμια μάχη για την απόκτηση των καλύτερων ποδοσφαιριστών υποχρεώνουν τους συλλόγους να διαθέτουν τεράστια ποσά προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικοί. Όσο περισσότερα χρήματα εισρέουν στο κορυφαίο επίπεδο του ποδοσφαίρου, τόσο υψηλότερο γίνεται το τίμημα για τη διατήρηση μιας ομάδας στην ελίτ. Έτσι δημιουργείται ένας ιδιόμορφος οικονομικός κύκλος: τα έσοδα αυξάνονται, αλλά μαζί τους αυξάνονται και οι απαιτήσεις για ακόμη μεγαλύτερες επενδύσεις.

Γιατί λοιπόν αγοράζουν;

Η απάντηση βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στην ίδια τη φύση του περιουσιακού στοιχείου. Για έναν μεγάλο επενδυτή, ένας ιστορικός ποδοσφαιρικός σύλλογος δεν αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τα κέρδη που μπορεί να παράγει στο τέλος κάθε οικονομικής χρήσης. Αποτελεί ένα σπάνιο asset παγκόσμιας αναγνωρισιμότητας, το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο να αναπαραχθεί από το μηδέν. Ένας σύλλογος με ιστορία δεκαετιών, εκατομμύρια φιλάθλους σε διαφορετικές ηπείρους, ισχυρό εμπορικό σήμα και παρουσία στο δημοφιλέστερο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα του πλανήτη μπορεί να αποκτά συνεχώς μεγαλύτερη αξία, ακόμη και όταν η καθημερινή του λειτουργία δεν είναι ιδιαίτερα κερδοφόρα. Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο επενδυτικό στοίχημα. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να αποδέχεται περιορισμένα κέρδη ή ακόμη και ζημίες σήμερα, προσδοκώντας ότι το asset που απέκτησε θα αξίζει πολύ περισσότερο έπειτα από δέκα ή είκοσι χρόνια.

Η Premier League ως παγκόσμιο brand

Υπάρχει όμως και κάτι που ξεπερνά τους ισολογισμούς. Η Premier League αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα εξαγώγιμα προϊόντα της Βρετανίας. Μεταδίδεται σε ολόκληρο τον κόσμο, διαθέτει τεράστια εμπορική δύναμη και προσφέρει στους ιδιοκτήτες των συλλόγων πρόσβαση σε ένα παγκόσμιο κοινό εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Ο Ρίτσαρντ Χάι, CEO της Brand Finance, έχει χαρακτηρίσει το αγγλικό πρωτάθλημα μορφή βρετανικής «ήπιας δύναμης», επισημαίνοντας τη διεθνή εμβέλεια και την επιχειρηματική αξία που δημιουργεί για όσους επενδύουν σε αυτό. Η ιδιοκτησία μιας μεγάλης αγγλικής ομάδας επομένως δεν προσφέρει μόνο οικονομικές προοπτικές. Προσφέρει κύρος, διεθνή επιρροή, πρόσβαση σε αγορές και ένα brand που αναγνωρίζεται σχεδόν παντού.

Το γήπεδο δεν λειτουργεί πλέον μόνο τις Κυριακές

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή αφορά τα στάδια. Το παραδοσιακό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο ένα γήπεδο δημιουργούσε έσοδα κυρίως όταν αγωνιζόταν η ομάδα, εγκαταλείπεται σταδιακά. Οι επενδυτές επιχειρούν να μεταφέρουν στην Ευρώπη ένα μοντέλο που έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα στις ΗΠΑ: το στάδιο να παράγει χρήματα 365 ημέρες τον χρόνο. Συναυλίες, άλλες αθλητικές διοργανώσεις, εμπορικοί χώροι, εστιατόρια, ξενοδοχεία, εταιρικές εκδηλώσεις και αξιοποίηση των ακινήτων γύρω από το γήπεδο δημιουργούν νέες πηγές εσόδων που δεν εξαρτώνται από τα αποτελέσματα μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Τότεναμ. Το νέο της γήπεδο, που ολοκληρώθηκε το 2019 με κόστος περίπου 1,5 δισ. ευρώ, έχει εξελιχθεί σε έναν πολυχρηστικό χώρο ψυχαγωγίας. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η UBS, τα εμπορικά έσοδα του συλλόγου αυξήθηκαν από περίπου 120 εκατ. ευρώ το 2018 σε 230 εκατ. ευρώ το 2022. Το Tottenham Hotspur Stadium φιλοξενεί συναυλίες διεθνών καλλιτεχνών, ενώ έχει σχεδιαστεί ώστε να μπορεί να φιλοξενεί και αγώνες NFL, μετατρέποντας το γήπεδο σε επιχειρηματική δραστηριότητα πολύ μεγαλύτερη από έναν ποδοσφαιρικό αγώνα κάθε δύο εβδομάδες.

Το σχέδιο των 100.000 θέσεων της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η οποία έχει παρουσιάσει σχέδια για ένα νέο στάδιο 100.000 θέσεων, στο πλαίσιο της ευρύτερης ανάπλασης της περιοχής του Ολντ Τράφορντ. Το συνολικό εγχείρημα εκτιμάται ότι μπορεί να απαιτήσει επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ. Η λογική όμως είναι σαφής: το γήπεδο του μέλλοντος δεν είναι απλώς η έδρα μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Είναι ένας ολόκληρος οικονομικός κόμβος. Και ακριβώς εδώ αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο η διεθνής επενδυτική κοινότητα αντιμετωπίζει τους μεγάλους ποδοσφαιρικούς συλλόγους. Δεν πρόκειται πλέον αποκλειστικά για αθλητικούς οργανισμούς. Είναι brands, ακίνητα, τηλεοπτικό περιεχόμενο, merchandising, τουρισμός, ψυχαγωγία και παγκόσμιες κοινότητες φιλάθλων συγκεντρωμένες κάτω από μία εταιρική ομπρέλα. Το πραγματικό στοίχημα βρίσκεται στην αξία. Για αυτό και οι σημερινές ζημίες δεν φαίνεται να αποθαρρύνουν τους μεγάλους επενδυτές. Όποιος αγοράζει έναν κορυφαίο ευρωπαϊκό σύλλογο γνωρίζει ότι το κόστος λειτουργίας μπορεί να είναι τεράστιο και ότι η αγωνιστική επιτυχία απαιτεί συνεχή χρηματοδότηση. Το στοίχημα όμως βρίσκεται αλλού: στη μελλοντική αξία του συλλόγου. Οι πραγματικά μεγάλες ποδοσφαιρικές ομάδες είναι περιορισμένες. Δεν μπορούν να δημιουργηθούν νέες Λίβερπουλ, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ή Άρσεναλ με ιστορία ενός αιώνα και εκατομμύρια φιλάθλους σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτή ακριβώς η σπανιότητα είναι που τις κάνει τόσο πολύτιμες. Και ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το μεγάλο παράδοξο της Premier League: οι ομάδες μπορεί να χάνουν εκατοντάδες εκατομμύρια στο γήπεδο, αλλά οι ιδιοκτήτες τους στοιχηματίζουν ότι έξω από αυτό θα αξίζουν όλο και περισσότερα.