Του Γιάννη Χατζηιωαννίδη

Κάθε φορά που δημοσιεύεται μία νέα δημοσκόπηση, το ενδιαφέρον στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στα ποσοστά των κομμάτων και στη διαφορά μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου. Είναι λογικό. Οι αριθμοί αυτοί δημιουργούν τους τίτλους και κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση. Υπάρχει, όμως, ένας ακόμη δείκτης, τον οποίο οι πολιτικοί επιστήμονες, οι δημοσκόποι και τα επιτελεία των κομμάτων θεωρούν εξίσου –αν όχι περισσότερο– σημαντικό. Πρόκειται για τη συσπείρωση της εκλογικής βάσης.
Στην τελευταία δημοσκόπηση της Marc για το «Πρώτο Θέμα», το στοιχείο που ίσως αξίζει μεγαλύτερης προσοχής δεν είναι μόνο το προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας, αλλά η ιδιαίτερα υψηλή συσπείρωση των ψηφοφόρων της. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 78% όσων δηλώνουν σήμερα ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας απαντούν ότι θα την ψηφίσουν με βεβαιότητα στις επόμενες εκλογές, ενώ περίπου ένα ακόμη 18% δηλώνει ότι είναι σχεδόν βέβαιο πως θα κάνει την ίδια επιλογή. Αν επιβεβαιωθούν στην κάλπη αυτές οι διαθέσεις, πρόκειται για έναν εξαιρετικά συμπαγή εκλογικό πυρήνα.

Γιατί όμως η συσπείρωση έχει τόσο μεγάλη σημασία;

Η απάντηση είναι απλή. Η πρόθεση ψήφου δείχνει τη φωτογραφία της στιγμής. Η συσπείρωση, αντίθετα, δείχνει πόσο σταθερή είναι η σχέση ενός κόμματος με τους ψηφοφόρους του. Με άλλα λόγια, αποτυπώνει πόσο πιθανό είναι οι σημερινοί υποστηρικτές του να παραμείνουν πιστοί μέχρι την ημέρα των εκλογών.
Για ένα κυβερνών κόμμα, αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία. Κάθε κυβέρνηση, όσο επιτυχημένη ή αποτυχημένη κι αν θεωρείται, φθείρεται από τη διαχείριση της εξουσίας. Η ακρίβεια, η καθημερινότητα, οι κρίσεις, τα λάθη και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις αφήνουν πάντοτε αποτύπωμα. Όταν, λοιπόν, μετά από αρκετά χρόνια διακυβέρνησης, η εκλογική βάση εξακολουθεί να εμφανίζεται τόσο συμπαγής, το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλοι οι ψηφοφόροι είναι απόλυτα ικανοποιημένοι από την κυβέρνηση. Μπορεί να σημαίνει ότι, παρά τις επιφυλάξεις τους, εξακολουθούν να θεωρούν τη Νέα Δημοκρατία την ασφαλέστερη επιλογή για τη διακυβέρνηση της χώρας. Μπορεί επίσης να αντανακλά την αδυναμία της αντιπολίτευσης να διαμορφώσει μέχρι στιγμής μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας που να πείθει μεγαλύτερα τμήματα του εκλογικού σώματος. Είναι πιθανό να ισχύουν και οι δύο ερμηνείες ταυτόχρονα. Την ίδια στιγμή, η δημοσκόπηση αναδεικνύει και ένα δεύτερο στοιχείο. Παρά το σαφές προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας, τα ποσοστά που καταγράφονται εξακολουθούν να βρίσκονται αρκετά χαμηλότερα από εκείνα των εθνικών εκλογών του 2023, ενώ η αυτοδυναμία δεν προκύπτει ως δεδομένη. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση διατηρεί σημαντικά πολιτικά πλεονεκτήματα, χωρίς όμως να μπορεί να αισθάνεται πολιτικά ασφαλής.
Αξίζει επίσης να υπενθυμιστεί ότι καμία δημοσκόπηση δεν προδικάζει το αποτέλεσμα των εκλογών. Μέχρι να στηθούν οι κάλπες μπορούν να μεσολαβήσουν σημαντικές πολιτικές, οικονομικές ή διεθνείς εξελίξεις που θα επηρεάσουν τη στάση των ψηφοφόρων. Οι αναποφάσιστοι, η συμμετοχή στις εκλογές, οι μετακινήσεις μεταξύ των κομμάτων και η ποιότητα της προεκλογικής εκστρατείας εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμους παράγοντες. Το πραγματικό μήνυμα της τελευταίας δημοσκόπησης, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στη διαφορά των ποσοστών. Βρίσκεται κυρίως στη διαπίστωση ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διαθέτει έναν ιδιαίτερα συνεκτικό εκλογικό πυρήνα, γεγονός που της προσφέρει σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα στην αφετηρία της προεκλογικής περιόδου. Στην πολιτική, οι εκλογές δεν κερδίζονται μόνο επειδή ένα κόμμα προσελκύει νέους ψηφοφόρους. Κερδίζονται, πρώτα απ' όλα, όταν καταφέρνει να διατηρεί ενωμένη τη δική του εκλογική βάση. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που αναδεικνύει η συγκεκριμένη δημοσκόπηση.