Η εκτεταμένη αναντιστοιχία ανάμεσα στις σπουδές, στα προσόντα και στο πραγματικό αντικείμενο εργασίας των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα αναδεικνύεται ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας, σύμφωνα με τη νέα πανελλαδική έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για τις δεξιότητες και την επαγγελματική κατάρτιση.
Τα ευρήματα της μεγαλύτερης έως σήμερα σχετικής έρευνας, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 6.000 εργαζομένων σε ολόκληρη τη χώρα, σκιαγραφούν μια σύνθετη εικόνα: οι εργαζόμενοι δηλώνουν σε μεγάλο βαθμό επαρκείς για τις απαιτήσεις της θέσης τους, ωστόσο η αγορά εργασίας και οι επιχειρήσεις φαίνεται να αξιοποιούν περιορισμένα το διαθέσιμο ανθρώπινο κεφάλαιο.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το διάστημα από 3 Νοεμβρίου έως 9 Δεκεμβρίου 2025 με τηλεφωνικές συνεντεύξεις και στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία, από τις εταιρίες Alco, Metron Analysis και Prorata, σε συνεργασία με τα στελέχη του ΙΝΕ ΓΣΕΕ. Στόχος ήταν να αποτυπωθεί το επίπεδο δεξιοτήτων των εργαζομένων, οι ελλείψεις, τα πλεονάσματα, αλλά και οι αναντιστοιχίες μεταξύ σπουδών, προσόντων και πραγματικής απασχόλησης.
Μόνο το 44% έχει συνάφεια εργασίας - σπουδών
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συμπεράσματα είναι ότι το 42,6% των εργαζομένων δηλώνει πως το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων του σχετίζεται λίγο ή καθόλου με τη σημερινή εργασία του. Αντίθετα, μόνο το 44,2% αναφέρει ότι υπάρχει μεγάλη ή πολύ μεγάλη συνάφεια ανάμεσα στις σπουδές και στην επαγγελματική απασχόληση. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη διαχρονική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να αξιοποιήσει αποτελεσματικά το μορφωτικό και επαγγελματικό δυναμικό της χώρας, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες.
Η αναντιστοιχία εμφανίζεται ακόμη πιο έντονη στις πιο επισφαλείς μορφές εργασίας. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους με εκ περιτροπής απασχόληση, ποσοστό 72,9%, δηλώνουν ότι οι σπουδές τους σχετίζονται ελάχιστα ή καθόλου με τη δουλειά τους, ενώ αντίστοιχη είναι η εικόνα και στη μερική απασχόληση, όπου το ποσοστό φτάνει το 66,2%. Τα στοιχεία αυτά συνδέουν άμεσα την εργασιακή επισφάλεια με τη χαμηλή αξιοποίηση των προσόντων και των γνώσεων.
Επαρκείς δηλώνουν οι έξι στους δέκα, με υψηλότερες ικανότητες άλλοι τρεις
Παράλληλα, η έρευνα καταγράφει ότι οι περισσότεροι εργαζόμενοι αισθάνονται επαρκείς ως προς τις απαιτήσεις της θέσης τους. Το 65% θεωρεί ότι διαθέτει ακριβώς το επίπεδο δεξιοτήτων που απαιτεί η εργασία του, ενώ σχεδόν τρεις στους δέκα, ποσοστό 29%, δηλώνουν ότι έχουν υψηλότερες δεξιότητες από αυτές που απαιτεί η θέση τους. Μόλις το 3,6% θεωρεί ότι υστερεί σε δεξιότητες σε σχέση με τις απαιτήσεις της εργασίας.
Το εύρημα αυτό, σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, δείχνει ότι η ελληνική αγορά εργασίας δεν αντιμετωπίζει αποκλειστικά πρόβλημα ελλείψεων δεξιοτήτων, αλλά κυρίως πρόβλημα υποαξιοποίησης των δεξιοτήτων που ήδη διαθέτουν οι εργαζόμενοι. Ενδεικτικό είναι ότι όσοι δηλώνουν υπερκαταρτισμένοι αποδίδουν την κατάσταση κυρίως στις συνθήκες της αγοράς εργασίας: το 39% αναφέρει ότι αποδέχθηκε τη συγκεκριμένη θέση επειδή είχε ανάγκη άμεσης εργασίας, ενώ περίπου δύο στους δέκα επικαλούνται είτε την έλλειψη θέσεων στον τομέα εξειδίκευσής τους είτε την ανάγκη επαγγελματικής σταθερότητας.
Το 74,5% δεν έχει... ακούσει για πρόγραμμα κατάρτισης
Σημαντική διάσταση της έρευνας αφορά και τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση, η οποία εξακολουθεί να παραμένει περιορισμένη. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους, ποσοστό 74,5%, δηλώνουν ότι δεν συμμετείχαν σε κανένα πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης κατά το τελευταίο έτος. Η συμμετοχή είναι αισθητά μεγαλύτερη μεταξύ όσων διαθέτουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και υψηλότερες αποδοχές, γεγονός που, σύμφωνα με την έρευνα, αναπαράγει αντί να μειώνει τις ανισότητες.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις το 10,5% των αποφοίτων Γυμνασίου συμμετείχε σε πρόγραμμα κατάρτισης, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων φτάνει το 41,4%. Αντίστοιχες διαφοροποιήσεις εμφανίζονται και με βάση το εισόδημα, καθώς η συμμετοχή στην κατάρτιση αυξάνεται σημαντικά στα υψηλότερα μισθολογικά κλιμάκια.
Η έρευνα αποτυπώνει επίσης μια μικτή στάση των επιχειρήσεων απέναντι στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση. Αν και το 57,1% των εργαζομένων θεωρεί ότι η επιχείρηση όπου εργάζεται υποστηρίζει τη συνεχή κατάρτιση, περισσότεροι από ένας στους τρεις δηλώνουν το αντίθετο. Η στήριξη εμφανίζεται σαφώς ισχυρότερη στις μεγάλες επιχειρήσεις, όπου υπάρχουν περισσότερες οργανωτικές και οικονομικές δυνατότητες.
Οι εργαζόμενοι δεν ανησυχούν για την Τεχνητή Νοημοσύνη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι δεν εμφανίζονται ιδιαίτερα ανήσυχοι για άμεση απαξίωση των δεξιοτήτων τους λόγω τεχνολογικών εξελίξεων ή τεχνητής νοημοσύνης. Μόλις το 24,1% θεωρεί πιθανό να καταστούν παρωχημένες οι δεξιότητες του επαγγέλματός του μέσα στην επόμενη πενταετία, ενώ σχεδόν οι μισοί εκτιμούν ότι κάτι τέτοιο είναι λίγο ή καθόλου πιθανό.
Σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, τα ευρήματα δείχνουν ότι η συζήτηση για τις δεξιότητες δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην ατομική ευθύνη των εργαζομένων να προσαρμόζονται στις νέες απαιτήσεις. Το κρίσιμο ζήτημα αφορά συνολικά την ποιότητα της εργασίας, τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, τη διάθεση των επιχειρήσεων να επενδύσουν στο ανθρώπινο δυναμικό και τη δυνατότητα της οικονομίας να αξιοποιεί ουσιαστικά τις γνώσεις και τις δυνατότητες των εργαζομένων της.
Σχόλια
Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Απαντάμε σε επώνυμα σχόλια. Διαγράφουμε υβριστικά σχόλια, που μπορεί να προκαλέσουν εισαγγελική παρέμβαση.
Με τη λέξη επαλήθευσης που ζητάμε, προσπαθούμε να αποφύγουμε τα spam και τυχόν ιούς, που θα βλάψουν και το δικό σας υπολογιστή.