Με ανάρτηση στην προσωπική του ιστοσελίδα, ο Μίκης Θεοδωράκης αναγγέλλει το “νέο του έργο” και τις πηγές της έμπνευσής του.

«Αδυνατούν να φτάσουν τον πέλεκυ τόσο ψηλά, ώστε να με αποκεφαλίσουν. Όπως το κάνουν για κάθε «υπήκοο» που έχει το θράσος να εναντιωθεί στη θέληση των μεγάλων Αφεντικών της Μπανανίας. ….Σήμερα, με την πλήρη αποσιώπηση του άρθρου μου «Ώρα Μηδέν», όπως και όλων σχεδόν των άρθρων μου των τελευταίων ετών από ΟΛΕΣ τις μεγάλες Αθηναϊκές εφημερίδες και τα μεγάλα Κανάλια, αποφάσισα να συνθέσω ένα ορατόριο, μέσα στο οποίο θα διακωμωδώ με θανατηφόρο χιούμορ και με το όνομα και το επώνυμό τους όλους ανεξαιρέτως τους ιδιοκτήτες, διευθυντές και αρχισυντάκτες των μεγάλων εφημερίδων και καναλιών, που θα είναι οι … «ήρωες» αυτού του νέου έργου…

Αυτή θα είναι η άμυνά μου και συγχρόνως η εκδίκησή μου, γιατί γνωρίζω καλά ότι όλοι αυτοί οι κύριοι δεν διστάζουν να πνίξουν τη φωνή ενός συμπατριώτη τους εκτελώντας δουλικά τις εντολές ενός κρυφού ξένου Διευθυντηρίου. Και μάλιστα τη φωνή κάποιου που κακοποιήθηκε στα μπουντρούμια της Μπουμπουλίνας υπερασπιζόμενος την Δημοκρατία και την Ελευθερία του Τύπου, που σήμερα έχει δυστυχώς χάσει τη μνήμη του.

Εγώ, ω θλιβεροί μου διώκτες, συμβαίνει να έχω συγκρουστεί με όλους τους μέχρι σήμερα ισχυρούς εξουσιαστές που βρήκα μπροστά μου και που θέλησαν να πνίξουν τη φωνή μου, τη φωνή της μουσικής μου, την σκέψη μου και τις ιδέες μου. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς είναι σήμερα ξεχασμένοι σκελετοί και όσοι δεν έχουν ξεχαστεί τελείως, αποτελούν θλιβερή ανάμνηση στα βάθη της μνήμης του Λαού. Αντίθετα ο Λαός αυτός εξακολουθεί να αγαπά το έργο μου και να εκτιμά την σκέψη και το ήθος μου, γιατί εξακολουθεί να με βλέπει ακέραιο, με το κεφάλι ψηλά και στη θέση του, μιας και όπως είπα, οι διώκτες μου είναι πολύ κοντοί για να με καρατομήσουν.»