Οι καρδιαγγειακές παθήσεις παραμένουν η πρώτη αιτία πρόωρου θανάτου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με 1,7 εκατομμύρια θανάτους ετησίως και συνολικό οικονομικό κόστος που αγγίζει τα 282 δισ. ευρώ. Οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες, καθώς, ελλείψει άμεσων και συντονισμένων παρεμβάσεων, η επιβάρυνση αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά έως το 2050.

Στην Ελλάδα, τα καρδιαγγειακά νοσήματα εξακολουθούν να αποτελούν την κύρια αιτία θανάτου για άνδρες και γυναίκες. Το υψηλό ποσοστό καπνίσματος, η καθιστική ζωή, η παχυσαρκία, αλλά και περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση και η ηχορύπανση, επιδεινώνουν την κατάσταση, ενισχύοντας τους ήδη γνωστούς και τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου.

Τα παραπάνω επισημαίνει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο καθηγητής Καρδιολογίας του ΕΚΠΑ και πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας (ΕΚΕ), Κωνσταντίνος Τούτουζας, στο περιθώριο των Πανελλήνιων Σεμιναρίων των Ομάδων Εργασίας της ΕΚΕ, που πραγματοποιούνται 12-14 Φεβρουαρίου στη Θεσσαλονίκη.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στα τέλη του 2024 παρουσιάστηκε το EU Safe Hearts Plan, η πρώτη ολοκληρωμένη στρατηγική για την πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και τη θεραπεία των καρδιαγγειακών παθήσεων. Το Σχέδιο δίνει έμφαση στην πρόληψη, στην αντιμετώπιση παραγόντων κινδύνου –όπως το κάπνισμα και η ανθυγιεινή διατροφή–, στην αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και στη μείωση των ανισοτήτων μεταξύ των κρατών-μελών.

Σε εθνικό επίπεδο, η ΕΚΕ έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, με στόχο ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Πρόληψης και Αντιμετώπισης των Καρδιαγγειακών Νοσημάτων. Όπως αναφέρει ο κ. Τούτουζας, οι προτάσεις περιλαμβάνουν ενίσχυση των προγραμμάτων πρόληψης, καλύτερη κάλυψη νησιωτικών και απομακρυσμένων περιοχών, λειτουργία Κέντρων Καρδιαγγειακής Αποκατάστασης και δράσεις ενημέρωσης του πληθυσμού. Παράλληλα, προτείνεται η ένταξη μαθημάτων πρόληψης και προαγωγής υγείας στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Οι μέθοδοι που σώζουν ζωές

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην υποχρεωτική εφαρμογή της θρομβόλυσης σε περιοχές που δεν διαθέτουν Αιμοδυναμικό Τμήμα. «Η άμεση επαναιμάτωση του μυοκαρδίου αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο στη θεραπεία του οξέος εμφράγματος», τονίζει ο κ. Τούτουζας. Οι ασθενείς που φθάνουν εντός 12 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων πρέπει να υποβάλλονται είτε σε πρωτογενή αγγειοπλαστική είτε, όταν αυτή δεν είναι άμεσα διαθέσιμη, σε ινωδολυτική θεραπεία (θρομβόλυση), σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (2023).

Η θρομβόλυση μπορεί να προλάβει κατά μέσο όρο 30 πρώιμους θανάτους ανά 1.000 ασθενείς, όταν χορηγείται εντός έξι ωρών, με ακόμη μεγαλύτερο όφελος σε ηλικιωμένους και ασθενείς υψηλού κινδύνου. Η προνοσοκομειακή εφαρμογή της, όπου είναι εφικτό, αποτελεί βέλτιστη πρακτική, με στόχο την έναρξη θεραπείας εντός 10 λεπτών από τη διάγνωση.

Μετά τη θρομβόλυση, απαιτείται άμεση διακομιδή σε νοσοκομείο με Αιμοδυναμικό Τμήμα για στεφανιογραφία και, εφόσον χρειάζεται, αγγειοπλαστική εντός 24 ωρών. Καθοριστική θεωρείται η εκπαίδευση των γιατρών της περιφέρειας και η θεσμοθέτηση της τηλεϊατρικής για συνεχή διασύνδεση με τα κέντρα αναφοράς.

Παράλληλα, η ΕΚΕ ζητεί τη θεσμοθέτηση της Καρδιακής Αποκατάστασης μετά από έμφραγμα ή μεγάλες επεμβάσεις, όπως bypass και TAVI, με ολοκληρωμένα προγράμματα παρακολούθησης από εξειδικευμένες ομάδες υγείας. «Στόχος είναι η ουσιαστική μείωση της θνητότητας και της νοσηρότητας τα επόμενα χρόνια προς όφελος της κοινωνίας», υπογραμμίζει ο κ. Τούτουζας.