Η Λίνα Μενδώνη προανήγγειλε μέσα στο 2026 τον διαγωνισμό για τις μελέτες προστασίας και ανάδειξης του χώρου – Από την Εποχή του Χαλκού έως τα βυζαντινά χρόνια η ιστορία του λόφου

Ένας αρχαιολογικός θησαυρός κρυμμένος επί δεκαετίες μέσα στον πυκνό αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης μπαίνει πλέον σε τροχιά ανάδειξης. Ο λόγος για τον αρχαιολογικό χώρο της Τούμπας, όπου η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη πραγματοποίησε αυτοψία, συνοδευόμενη από τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης Στέλιο Αγγελούδη, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας νέας προσπάθειας ώστε ο λόφος και τα πολύτιμα κατάλοιπά του να προστατευθούν, να αναδειχθούν και να αποδοθούν στους κατοίκους και τους επισκέπτες της πόλης.
Η υπουργός ενημερώθηκε από τους καθηγητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Στέλιο Ανδρέου και Σέβη Τριανταφύλλου για την πορεία της πανεπιστημιακής ανασκαφής, τα αρχαιολογικά κατάλοιπα που έχουν αποκαλυφθεί και την κατάσταση διατήρησής τους, αλλά και για τις δυνατότητες αξιοποίησης του χώρου.
«Βρισκόμαστε στον λόφο της Τούμπας, έναν ιδιαίτερα σημαντικό αρχαιολογικό χώρο για τη Θεσσαλονίκη», ανέφερε η κ. Μενδώνη, χαρακτηρίζοντάς τον σημαντικό αρχαιολογικό τοπόσημο της πόλης. Όπως τόνισε, προτεραιότητα είναι η προστασία των ευρημάτων και παράλληλα η ανάδειξη εκείνων των τμημάτων που, με βάση την επιστημονική τεκμηρίωση, προσφέρονται για παρουσίαση στο κοινό.

Μελέτες μέσα στο 2026

Το επόμενο βήμα έχει ήδη προσδιοριστεί χρονικά. Το υπουργείο Πολιτισμού προγραμματίζει μέσα στο 2026 την έναρξη της διαδικασίας για την εκπόνηση των απαιτούμενων μελετών προστασίας, ανάδειξης και ανάπλασης του αρχαιολογικού χώρου και του λόφου, μέσω προκήρυξης σχετικού διαγωνισμού.
Το ΑΠΘ έχει ήδη κάνει μια πρώτη προσέγγιση σε επίπεδο ιδεών για την πιθανή ανάδειξη του χώρου. Ωστόσο, όπως επισήμανε η υπουργός, για να προχωρήσει ένα δημόσιο έργο απαιτείται ώριμη και ολοκληρωμένη μελέτη. Η πρόταση του Πανεπιστημίου θα αξιοποιηθεί στον βαθμό που μπορεί να συμβάλει στον σχεδιασμό.
«Στόχος μας είναι τα ευρήματα να προστατευθούν και να αναδειχθούν σύμφωνα με τις αρχές της επιστήμης και της δεοντολογίας και ο χώρος να μπορέσει να αποδοθεί στην κοινωνία και να ενταχθεί στη ζωή των Θεσσαλονικέων», υπογράμμισε.
Σύμφωνα με την κ. Μενδώνη, η ανάδειξη της Τούμπας είχε τεθεί από τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη κατά την πρόσφατη σύσκεψη με τους φορείς της πόλης, με το αίτημα να γίνεται αποδεκτό.

Μια ιστορία χιλιάδων ετών

Η συστηματική αρχαιολογική έρευνα στην Τούμπα πραγματοποιείται από το ΑΠΘ από το 1984 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο λόφος και η περιβάλλουσα «τράπεζα», περίπου δύο χιλιόμετρα από το ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους αδόμητους αρχαιολογικούς πυρήνες που διατηρούνται μέσα στον σύγχρονο αστικό ιστό.
Η Τούμπα κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος το 1990, ενώ τα αρχαιολογικά στρώματα του λοφίσκου εκτείνονται χρονικά από την Εποχή του Χαλκού έως την πρώιμη ελληνιστική περίοδο. Στην κορυφή έχουν εντοπιστεί ακόμη και τάφοι της μέσης βυζαντινής περιόδου, αποτυπώνοντας τη μακραίωνη διαδρομή της θέσης.
Περισσότερα από 40 ανασκαφικά σκάμματα έχουν ήδη ερευνηθεί, αποκαλύπτοντας σημαντικά στοιχεία για την οργάνωση, την αρχιτεκτονική και τη διαχρονική εξέλιξη του προϊστορικού οικισμού.
Η ιδιαίτερη θέση του λόφου, αλλά και η πανοραμική θέα από την κορυφή του, δημιουργούν ένα μοναδικό πλεονέκτημα για την ανάδειξή του. Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί ένας χώρος όπου η αρχαιολογική προστασία θα συναντά την καθημερινότητα της πόλης, δίνοντας στους Θεσσαλονικείς πρόσβαση σε ένα κομμάτι της ιστορίας που βρίσκεται κυριολεκτικά δίπλα τους.

Από τη Βέροια έως τη Μίεζα

Η επίσκεψη της κ. Μενδώνη στην Ημαθία περιλάμβανε ακόμη τη Βέροια και την αρχαία Μίεζα, με επίκεντρο την απόδοση στην τοπική κοινωνία δύο σημαντικών οθωμανικών μνημείων, του Τεμένους Ορτά και του Δίδυμου Οθωμανικού Λουτρού.
Τα δύο αποκατεστημένα μνημεία πρόκειται να φιλοξενήσουν πολιτιστικές χρήσεις, επιστρέφοντας έτσι στη σύγχρονη ζωή της πόλης και αναδεικνύοντας μια διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική, πτυχή της ιστορικής της διαδρομής.
«Τα μνημεία δεν είναι απλώς κατάλοιπα του παρελθόντος. Αποτελούν ζωντανά στοιχεία της ταυτότητάς μας», τόνισε η υπουργός, υπενθυμίζοντας ότι η Βέροια διαθέτει 52 ιστάμενα μνημεία και αποτελεί ένα πολύτιμο ιστορικό παλίμψηστο, από την προϊστορική εποχή έως τα νεότερα χρόνια.
Στην αρχαία Μίεζα, η υπουργός πραγματοποίησε αυτοψία στη συστηματική ανασκαφική έρευνα του Βασιλικού Γυμνασίου, που εξελίσσεται τα τελευταία τρία χρόνια με επιστημονική ευθύνη της δρος Αγγελικής Κοτταρίδη, στο πλαίσιο προγραμματικής σύμβασης του υπουργείου Πολιτισμού με τον Δήμο Νάουσας.
Τα νέα ευρήματα φωτίζουν τη μορφή, την αρχιτεκτονική και τις λειτουργίες του μνημειακού συγκροτήματος, το οποίο συνδέεται άμεσα με την εκπαίδευση και την προετοιμασία των νεαρών Μακεδόνων. Η υπουργός υπογράμμισε ότι η ανασκαφή θα συνεχιστεί, καθώς η αποκάλυψη, η ταύτιση και η ανάδειξη του Βασιλικού Γυμνασίου δεν αφορά μόνο την Ημαθία, αλλά αποκτά ευρύτερη σημασία.
Εκεί, στη Μίεζα, όπου συνδέθηκαν ο Φίλιππος Β΄, ο Αλέξανδρος και ο Αριστοτέλης, η αρχαιολογική έρευνα συνεχίζει να ξετυλίγει ένα ακόμη κεφάλαιο της μακεδονικής ιστορίας. Και στη Θεσσαλονίκη, στον λόφο της Τούμπας, ένας αντίστοιχος ιστορικός πυρήνας ετοιμάζεται να βγει από την αφάνεια και να αποκτήσει τη θέση που του αναλογεί στον σύγχρονο χάρτη της πόλης.