Γράφει ο Γιάννης Χατζηιωαννίδης


Υπάρχουν αντιδράσεις που δεν γεννιούνται από γεγονότα, αλλά από την ανάγκη να φανεί ότι υπήρξε έκπληξη εκεί όπου στην πραγματικότητα υπήρχε εδώ και καιρό μια προδιαγεγραμμένη πορεία. Η περίπτωση του Γιάννη Κωνσταντέλια ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Ξαφνικά, ένα μεγάλο κομμάτι του ποδοσφαιρικού περιβάλλοντος εμφανίζεται «σοκαρισμένο» από την απόφασή του να αποστασιοποιηθεί από την εθνική ομάδα. Σαν να μην υπήρχαν μήνες που έδειχναν ξεκάθαρα πως ο ρόλος του μέσα στο πλάνο ήταν περιορισμένος, σχεδόν διακοσμητικός. Η ΕΠΟ, με χαρακτηριστική σταθερότητα στην αστάθεια, παρακολουθεί μια εθνική ομάδα που δυσκολεύεται να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και επιλέγει να απαντά με αδράνεια. Σε ένα περιβάλλον όπου η ανάγκη για ανανέωση και τόλμη είναι προφανής, η επιμονή στην ίδια προσέγγιση μοιάζει περισσότερο με άρνηση να διαβαστεί η πραγματικότητα παρά με στρατηγική συνέπεια.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς διαχειρίστηκε τον πιο ταλαντούχο Έλληνα ποδοσφαιριστή της γενιάς του με τρόπο που γεννά ερωτήματα. Περιορισμένος χρόνος, δευτερεύοντες ρόλοι και μια εικόνα που δύσκολα πείθει ότι υπήρχε πραγματική εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του. Όχι ως βασικό εργαλείο δημιουργίας, αλλά ως επιλογή ανάγκης. Το παράδοξο είναι ότι την ίδια στιγμή η εθνική αναζητά λύσεις στο δημιουργικό κομμάτι, φαίνεται να αφήνει στο περιθώριο ακριβώς εκείνον τον παίκτη που μπορεί να αλλάξει ρυθμό και ισορροπίες μέσα σε λίγα λεπτά. Μια αντίφαση που, όσο επαναλαμβάνεται, παύει να είναι τακτική επιλογή και γίνεται δομικό πρόβλημα. Τα σημερινά «κροκοδείλια δάκρυα» για την εξέλιξη αυτή δεν αναιρούν το γεγονός ότι τα σημάδια ήταν εκεί πολύ πριν γίνει δημόσιο ζήτημα. Απλώς τώρα δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν. Και κάπως έτσι, η υπόθεση Κωνσταντέλια δεν είναι ούτε ξαφνικό επεισόδιο ούτε μεμονωμένη αντίδραση. Είναι η στιγμή που μια ήδη υπάρχουσα απόσταση έγινε επίσημη.
Θα σημειώσω απλά πως στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου ο Κωνσταντέλιας κατέγραψε συνολικά 106 λεπτά συμμετοχής. Δηλαδή, ένα ματς και κάτι ψιλά. Σύμπτωση; Δύσκολα μπορεί να το δει κανείς έτσι. Θα μπορούσε να σταθεί ως επιλογή, αν η εθνική ομάδα έδειχνε εικόνα κυριαρχίας και συνέπειας. Όταν όμως η πραγματικότητα περιλαμβάνει βαριές ήττες σε καθοριστικά παιχνίδια, η εικόνα ενός παίκτη τέτοιου επιπέδου στο περιθώριο δεν εξηγείται εύκολα με ποδοσφαιρικούς όρους. Στο Nations League η εικόνα δεν διαφοροποιήθηκε ιδιαίτερα. Τρεις συμμετοχές σε έξι αγώνες και συνολικά 69 λεπτά παρουσίας, με τον Κωνσταντέλια συχνά στον πάγκο ή σε ρόλο παρατηρητή. Ακόμη και σε παιχνίδια όπου η ανάγκη για δημιουργία ήταν δεδομένη, η αξιοποίησή του παρέμεινε περιορισμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ματς με την Αγγλία όπου διακυβευόταν η πρώτη θέση του ομίλου και το πλεονέκτημα των πλέι οφ. Εκεί, ο Κωνσταντέλιας χρησιμοποιήθηκε όταν το αποτέλεσμα είχε ήδη κριθεί. Όχι για να επηρεάσει την εξέλιξη, αλλά για να τη διαχειριστεί εκ των υστέρων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δήλωση του ποδοσφαιριστή ότι παραμένει απόλυτα προσηλωμένος στην εξέλιξή του και στους αγωνιστικούς του στόχους αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Γιατί περισσότερο μοιάζει με υπενθύμιση ότι η ατομική του πορεία δεν μπορεί να μένει στάσιμη στο όνομα μιας συμμετοχής χωρίς ουσιαστικό ρόλο. Η συζήτηση, όμως, δεν τελειώνει εκεί. Γιατί η ευθύνη δεν περιορίζεται στη διαχείριση ενός παίκτη, αλλά επεκτείνεται στη συνολική πορεία μιας ομάδας που δεν κατάφερε να ανταποκριθεί ούτε σε έναν σχετικά βατό προκριματικό όμιλο. Και αν η τελική εικόνα οδηγήσει σε αλλαγές στον πάγκο, αυτό δεν θα αποτελεί έκπληξη αλλά συνέπεια. Το ερώτημα είναι γιατί χρειάζεται να φτάνει κανείς στο τέλος της διαδρομής για να παραδεχτεί όσα ήταν ορατά από την αρχή. Η ΕΠΟ, πάντως, επέλεξε διαφορετική ανάγνωση. Και η συνέχιση της εμπιστοσύνης σε μια πορεία που δεν δικαίωσε τις προσδοκίες, λέει από μόνη της τη δική της ιστορία.