Γράφει ο Γιάννης Χατζηιωαννίδης
Οι ανοιχτές συγκρούσεις και η αβεβαιότητα για τις αντιδράσεις των μεγάλων δυνάμεων δημιουργούν ένα επικίνδυνο περιβάλλον, όπου ένας λανθασμένος υπολογισμός μπορεί να προκαλέσει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Ένας παγκόσμιος πόλεμος δεν χρειάζεται να αρχίσει με την απόφαση κάποιου ηγέτη να συγκρουστεί με ολόκληρο τον πλανήτη. Μπορεί να ξεκινήσει από μια περιορισμένη επίθεση, μια απειλή που δεν αξιολογήθηκε σωστά ή την πεποίθηση ότι ο αντίπαλος θα υποχωρήσει. Αυτός ο κίνδυνος βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της συζήτησης για τη διεθνή ασφάλεια. Σε ανάλυσή του στους Financial Times, ο Γκίντεον Ράχμαν εξετάζει πώς οι περιφερειακές συγκρούσεις, η αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης και η αβεβαιότητα γύρω από τις αμερικανικές δεσμεύσεις μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο μιας ευρύτερης αναμέτρησης. Η προειδοποίησή του αφορά κυρίως το ενδεχόμενο οι μεγάλες δυνάμεις να εκτιμήσουν λανθασμένα τα όρια η μία της άλλης.
Η ανησυχία δεν σημαίνει ότι ένας Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Σημαίνει, όμως, ότι η αποτροπή του απαιτεί περισσότερα από τη διαβεβαίωση πως κανείς δεν επιθυμεί να τον προκαλέσει.
Η έκταση της σημερινής αστάθειας αποτυπώνεται και στα στοιχεία του Προγράμματος Δεδομένων Συγκρούσεων του Πανεπιστημίου της Ουψάλας. Για το 2025 καταγράφηκαν 65 ένοπλες συγκρούσεις με συμμετοχή κράτους στη μία ή και στις δύο πλευρές, ο υψηλότερος αριθμός από την έναρξη της καταγραφής το 1946. Οι οκτώ ήταν διακρατικές, ενώ δεκατρείς έφτασαν το όριο που χρησιμοποιεί το πρόγραμμα για να χαρακτηριστούν πόλεμοι. Πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες, οι οποίες δεν πρέπει να συγχέονται, αλλά συνολικά δείχνουν την επιδείνωση του περιβάλλοντος ασφαλείας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς μπορεί να περιοριστεί μια σύγκρουση όταν εμπλέκονται σύμμαχοι, στρατιωτικές δεσμεύσεις και ανταγωνιστικά συμφέροντα. Μια κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί ότι πραγματοποιεί μια ελεγχόμενη επιχείρηση. Η χώρα που δέχεται την επίθεση μπορεί να τη βλέπει ως την αρχή μιας μεγαλύτερης εκστρατείας και να αντιδράσει αναλόγως. Στην Ευρώπη, η συζήτηση αυτή συνδέεται άμεσα με τη συλλογική άμυνα. Το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ ορίζει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός συμμάχου θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Δεν προβλέπει, ωστόσο, μια πανομοιότυπη στρατιωτική αντίδραση από κάθε κράτος: κάθε μέλος αναλαμβάνει τη δράση που κρίνει αναγκαία, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ένοπλης βίας. Η υποχρέωση συνδρομής και η συγκεκριμένη μορφή της αντίδρασης είναι δύο διαφορετικά ζητήματα. Αυτή η διάκριση δείχνει πόσο σημαντική είναι η σαφήνεια. Η αποτροπή εξαρτάται από το τι πιστεύει ο αντίπαλος ότι θα συμβεί εάν επιτεθεί. Εάν θεωρήσει ότι μια δέσμευση δεν θα τηρηθεί, μπορεί να επιχειρήσει μια κίνηση που διαφορετικά θα απέφευγε. Αντίστοιχα, όταν κάθε στρατιωτική ενέργεια ερμηνεύεται ως προετοιμασία γενικευμένης επίθεσης, περιορίζεται ο χρόνος και ο χώρος για αποκλιμάκωση. Γι’ αυτό η στρατιωτική ετοιμότητα χρειάζεται να συνοδεύεται από διαύλους επικοινωνίας, σαφείς προειδοποιήσεις και δυνατότητες διαπραγμάτευσης. Η διπλωματία αποκτά ιδιαίτερη αξία ακριβώς όταν οι σχέσεις βρίσκονται στο χειρότερο σημείο τους. Το ζητούμενο δεν είναι να προβλεφθεί η ημερομηνία μιας παγκόσμιας σύγκρουσης. Είναι να αποτραπούν οι αποφάσεις που θα μπορούσαν να την κάνουν πραγματικότητα. Διότι η πιο επικίνδυνη στιγμή μπορεί να έρθει όταν κάποιος πιστέψει ότι έχει υπολογίσει τα πάντα — κυρίως την υποχώρηση του αντιπάλου του.

Σχόλια
Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Απαντάμε σε επώνυμα σχόλια. Διαγράφουμε υβριστικά σχόλια, που μπορεί να προκαλέσουν εισαγγελική παρέμβαση.
Με τη λέξη επαλήθευσης που ζητάμε, προσπαθούμε να αποφύγουμε τα spam και τυχόν ιούς, που θα βλάψουν και το δικό σας υπολογιστή.