By Mira K

Αυτό που στην Ουάσιγκτον είχε παρουσιαστεί ως μια περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση με σχετικά σύντομο χρονικό ορίζοντα εξελίσσεται σε έναν πόλεμο φθοράς. Έξι μήνες μετά τις επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, η Τεχεράνη έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα, αλλά δεν έχει συνθηκολογήσει. Η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, οι ενεργειακές αγορές παραμένουν εκτεθειμένες στις γεωπολιτικές εξελίξεις και μια σαφής στρατηγική εξόδου από τη σύγκρουση δεν διακρίνεται στον ορίζοντα. Για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε μιλήσει ακόμη και για μια «μικρή εκδρομή» και είχε εκτιμήσει ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε περίπου τέσσερις εβδομάδες, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ διαφορετική. Ο πόλεμος έχει ήδη αρχίσει να μετατρέπεται σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο.

Από τις βόμβες στην οικονομική ασφυξία

Η αδυναμία των στρατιωτικών επιχειρήσεων να εξαναγκάσουν την Τεχεράνη σε ουσιαστικές παραχωρήσεις φαίνεται να οδηγεί την Ουάσιγκτον σε προσαρμογή της στρατηγικής της. Οι ΗΠΑ στρέφονται πλέον περισσότερο προς την οικονομική πίεση, επιχειρώντας να αυξήσουν το κόστος για το ιρανικό καθεστώς χωρίς να προχωρήσουν άμεσα σε έναν νέο μεγάλο κύκλο επιθέσεων. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχει ενημερώσει συμμάχους ότι «προς το παρόν» δεν αναμένονται νέες επιθέσεις. Η επιλογή αυτή δεν σημαίνει το τέλος του πολέμου. Αντίθετα, δείχνει πόσο δύσκολο έχει αποδειχθεί να μετατραπεί η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή σε πολιτικό αποτέλεσμα.

Το πολιτικό κόστος επιστρέφει στον Λευκό Οίκο

Η μεγαλύτερη ίσως αλλαγή των τελευταίων μηνών καταγράφεται στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ έχει υποχωρήσει από το 40% στο 33%, ενώ μόλις το 31% των ερωτηθέντων εγκρίνει τη σύγκρουση. Το πρόβλημα για τον Αμερικανό πρόεδρο δεν περιορίζεται στις εικόνες ενός παρατεταμένου πολέμου. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα των Αμερικανών και έρχεται σε σύγκρουση με μία από τις βασικές πολιτικές δεσμεύσεις του Τραμπ: τη μείωση του κόστους ζωής. Παράλληλα, η σύγκρουση έχει προκαλέσει νέες ρωγμές στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι ζητούν ταχεία απεμπλοκή των ΗΠΑ και από την άλλη όσοι θεωρούν ότι οποιαδήποτε υποχώρηση τώρα θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να εμφανιστεί ως νικήτρια. Όσο ο πόλεμος παρατείνεται χωρίς ένα ξεκάθαρο αποτέλεσμα, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τον Λευκό Οίκο να εξηγήσει ποιος ακριβώς είναι ο τελικός στόχος.

Η παγκόσμια οικονομία άντεξε – αλλά ο κίνδυνος παραμένει

Οι πρώτες επιθέσεις είχαν προκαλέσει φόβους για ένα οικονομικό σοκ αντίστοιχο με εκείνα των μεγάλων πετρελαϊκών κρίσεων του παρελθόντος. Ο λόγος ήταν προφανής: τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν μία από τις σημαντικότερες αρτηρίες μεταφοράς ενέργειας στον κόσμο. Τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα οδήγησαν σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου, αύξηση του κόστους ασφάλισης των πλοίων και φόβους για νέα πληθωριστική πίεση. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η παγκόσμια οικονομία αποδείχθηκε ανθεκτικότερη από όσο πολλοί φοβούνταν. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη, όμως οι σύγχρονες οικονομίες εμφανίζονται λιγότερο εξαρτημένες από το πετρέλαιο σε σχέση με τη δεκαετία του 1970. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει εξαφανιστεί. Μια νέα μεγάλη κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο ή μια σοβαρότερη διακοπή των ενεργειακών ροών θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα πολύ γρήγορα.

Το Ιράν χτυπήθηκε σκληρά, αλλά δεν λύγισε

Στο στρατιωτικό επίπεδο, οι απώλειες της Τεχεράνης είναι βαριές. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο αμερικανικό Κογκρέσο από τον ναύαρχο Μπραντ Κούπερ, έχουν καταστραφεί 161 ιρανικά πολεμικά πλοία, ενώ έχει εξουδετερωθεί περίπου το 82% των συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας της χώρας. Ωστόσο, η εικόνα απέχει πολύ από μια ολοκληρωτική στρατιωτική ήττα. Το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη και παραμένει ικανό να απειλεί τη ναυσιπλοΐα αλλά και αμερικανικές εγκαταστάσεις στην ευρύτερη περιοχή. Πηγές που επικαλείται το Reuters εκτιμούν ότι μόνο περίπου το ένα τρίτο του ιρανικού πυραυλικού οπλοστασίου έχει καταστραφεί με βεβαιότητα. Την ίδια στιγμή, το οικονομικό και ανθρώπινο κόστος στο εσωτερικό του Ιράν είναι τεράστιο. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, ενώ ο πληθωρισμός στα τρόφιμα έφθασε τον Ιούλιο στο 128%. Η πολεμική κατάσταση έχει επίσης συνοδευτεί από αυστηρότερη καταστολή των αντιφρονούντων, καθώς το καθεστώς επιχειρεί να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχο στο εσωτερικό.

Μια Μέση Ανατολή πιο επικίνδυνη

Ένας από τους βασικούς στόχους της αμερικανοϊσραηλινής στρατηγικής ήταν να περιοριστεί η δυνατότητα του Ιράν να αποσταθεροποιεί τη Μέση Ανατολή. Έξι μήνες αργότερα, όμως, η περιοχή δείχνει περισσότερο και όχι λιγότερο ασταθής. Ιρανικοί πύραυλοι και drones έχουν πλήξει στόχους σε αραβικά κράτη του Κόλπου, προκαλώντας ζημιές σε αμερικανικές στρατιωτικές και διπλωματικές εγκαταστάσεις και προβλήματα στις αεροπορικές μετακινήσεις. Παράλληλα, οι επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων και η δράση των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα επιβαρύνουν τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες. Το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης αυξάνεται, ενώ χώρες του Κόλπου που για χρόνια επένδυαν στην εικόνα της σταθερότητας βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με έναν πολύ πιο απρόβλεπτο γεωπολιτικό περίγυρο.

Το πυρηνικό πρόγραμμα καθυστέρησε – δεν εξαφανίστηκε

Ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα υπέρ των επιθέσεων ήταν η ανάγκη περιορισμού του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Σε αυτό το επίπεδο φαίνεται ότι υπήρξε αποτέλεσμα. Οι βομβαρδισμοί προκάλεσαν σοβαρές ζημιές σε εγκαταστάσεις εμπλουτισμού, ενώ κορυφαίοι Ιρανοί πυρηνικοί επιστήμονες σκοτώθηκαν. μερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι η Τεχεράνη μπορεί πλέον να χρειάζεται έως και έναν χρόνο για να αποκτήσει επαρκή ποσότητα σχάσιμου υλικού για ένα πυρηνικό όπλο, έναντι περίπου έξι μηνών πριν από τον πόλεμο.

Η πραγματική εικόνα, ωστόσο, παραμένει θολή.

Οι επιθεωρητές του ΟΗΕ δεν έχουν πρόσβαση στις κρίσιμες εγκαταστάσεις και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα τι έχει διασωθεί ή μεταφερθεί. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, εξακολουθεί να αρνείται ότι επιδιώκει την κατασκευή πυρηνικού όπλου. Και οι ΗΠΑ αρχίζουν να μετρούν τις δικές τους απώλειες. Ο πόλεμος δεν δοκιμάζει μόνο το Ιράν. Δοκιμάζει και την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να συντηρούν μια μεγάλης διάρκειας στρατιωτική επιχείρηση χωρίς να αποδυναμώνουν την παρουσία τους σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Έκθεση του Κογκρέσου καταγράφει απώλεια 42 αμερικανικών στρατιωτικών αεροσκαφών, ενώ σημαντική είναι και η κατανάλωση κρίσιμων αποθεμάτων πυρομαχικών. Σύμφωνα με στοιχεία του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών, έως τον Ιούλιο είχε καταναλωθεί περίπου το 65% των διαθέσιμων πυραύλων Patriot και τουλάχιστον το 38% των συστημάτων THAAD. Η μετακίνηση στρατιωτικών δυνάμεων από άλλες περιοχές και η παρατεταμένη ανάπτυξη αμερικανικών αεροπλανοφόρων δημιουργούν πλέον ένα ευρύτερο στρατηγικό ερώτημα: πόσο καιρό μπορούν οι ΗΠΑ να συνεχίσουν με αυτόν τον ρυθμό χωρίς να επηρεαστεί η δυνατότητά τους να αντιμετωπίσουν μια νέα κρίση σε διαφορετικό μέτωπο;

Ο πόλεμος μπήκε στην πιο επικίνδυνη φάση του

Έπειτα από έξι μήνες, καμία πλευρά δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι πέτυχε όλους τους στόχους της. Το Ιράν έχει υποστεί βαρύ στρατιωτικό και οικονομικό πλήγμα, όμως το καθεστώς παραμένει στη θέση του, διαθέτει σημαντικό μέρος των στρατιωτικών δυνατοτήτων του και δεν έχει εγκαταλείψει τις βασικές θέσεις του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν καταφέρει να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές στο πυρηνικό και στρατιωτικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, αλλά δεν έχουν βρει ακόμη τον τρόπο να μετατρέψουν αυτές τις επιτυχίες σε οριστική πολιτική λύση. Και αυτό ίσως αποτελεί πλέον το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Ντόναλντ Τραμπ. Γιατί οι πόλεμοι είναι πολύ ευκολότερο να αρχίσουν από όσο να τελειώσουν. Και η «μικρή εκδρομή» των λίγων εβδομάδων κινδυνεύει να μετατραπεί σε μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές και στρατηγικές δοκιμασίες της προεδρίας του.