Την έναρξη του διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, θέτοντας το πλαίσιο των βασικών αλλαγών που προτίθεται να εισηγηθεί η κυβέρνηση και απευθύνοντας παράλληλα κάλεσμα ευρύτερων συναινέσεων προς τα κόμματα και την κοινωνία. Όπως επισημαίνει στο μήνυμά του, «σήμερα ανοίγουμε τον διάλογο για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, κάνοντας πράξη μία ακόμη θεσμική μας δέσμευση», τονίζοντας ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά «συνολικά τη δημόσια ζωή, αλλά, τελικά, και τον κάθε πολίτη ξεχωριστά».
Ο πρωθυπουργός υπογραμμίζει ότι το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε καθοριστικό για την πολιτική σταθερότητα της χώρας, σημειώνοντας ωστόσο πως «είναι ένα κείμενο “ζωντανό”, αλλά δεν παύει να ανήκει στον 20ό αιώνα». Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρει ότι «είναι καιρός να τολμήσουμε μεγάλες τομές», οι οποίες θα ενισχύουν το κύρος των θεσμών και θα απαντούν στις σύγχρονες προκλήσεις, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η κλιματική κρίση.
Μεταξύ των βασικών προτάσεων που επαναφέρει, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κάνει ειδική μνεία στην αλλαγή του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών, δηλώνοντας ότι πιστεύει «βαθιά στην αποφασιστικότερη συμμετοχή τακτικών δικαστών» και υπενθυμίζοντας πως την αλλαγή αυτή «την υπερασπίζομαι εδώ και 20 χρόνια». Παράλληλα, συνδέει τη συνταγματική αναθεώρηση με τη μάχη κατά του «βαθέος κράτους», επισημαίνοντας την ανάγκη για μια δημόσια διοίκηση που θα στηρίζεται στη διαρκή αξιολόγηση και σε μια νέα προσέγγιση της μονιμότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η άρση του μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, η καθιέρωση μίας και μόνο εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης μέσω της ουσιαστικότερης συμμετοχής των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.
Κλείνοντας, ο πρωθυπουργός επαναλαμβάνει ότι στόχος είναι «μία γενναία, μία τολμηρή Συνταγματική Αναθεώρηση», η οποία θα θωρακίζει τη δημοσιονομική ισορροπία και θα αποτρέπει τον λαϊκισμό, εκφράζοντας την ευχή η διαδικασία να αποτελέσει «μια απάντηση στην τοξικότητα και τη στείρα κομματική περιχαράκωση» του πολιτικού συστήματος.