Σαμαράς: Όχι στις φοροεπιδρομές

Όχι στις φοροεπιδρομές, τόσο σε νοικοκυριά, όσο και σε επιχειρήσεις, είπε, από το βήμα του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου, ο νέος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Αντώνης Σαμαράς. Όπως τόνισε, αν πιεστούν οι, ήδη, πιεσμένοι "μια τέτοια πίεση δεν θα φέρει περισσότερα έσοδα, θα φέρει περισσότερα «λουκέτα» επιχειρήσεων, θα φέρει περισσότερη ανεργία, θα φέρει κρίση ρευστότητας στην αγορά, άρα απώλεια εσόδων". Όλο το κείμενο της ενδιαφέρουσας ομιλίας του κ. Σαμαρά, έχει ως εξής:
Ένας πολιτικός οφείλει να εμπνέει εμπιστοσύνη και προοπτική. Αυτό ισχύει πάντα... Ιδιαίτερα σε κρίσιμες ώρες, οφείλει να δίνει κουράγιο και να εμπνέει ελπίδα. Όχι να πουλάει ψεύτικες ελπίδες. Να δείχνει τα διέξοδο από τα δύσκολα. Να ψάχνει ακτίνες φωτός μέσα από το σκοτάδι. Να εξηγεί με τρόπο κατανοητό σε όλους, όχι γιατί θα χαθούμε, αλλά τρόπους για να σωθούμε! Όχι γιατί και ποιός φταίει που αποτύχαμε. Αλλά πώς θα γυρίσουμε τα πράγματα και θα κερδίσουμε από δω και στο εξής... Αυτό θα προσπαθήσω να κάνω, απόψε...
Είναι αλήθεια ότι η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας είναι πολύ σοβαρή. Αυτό δεν σημαίνει, ασφαλώς, ότι είμαστε «ένα βήμα από τη χρεοκοπία». Άλλωστε ήδη η Κομισιόν διακήρυξε ότι είναι αδιανόητο κράτη μέλη της ευρωζώνης να χρεοκοπήσουν. Από κεί και ύστερα, ασφαλώς δεν πρέπει να εφησυχάζουμε: Πιο συγκεκριμένα, σε περιόδους κρίσης, υπάρχουν δύο αντίθετα σφάλματα – ολέθρια σφάλματα – που πρέπει να αποφύγουμε: Ο πανικός, και ο εφησυχασμός.
Ξέρω ότι αυτή τη στιγμή αναρωτιέστε: Υπάρχει τρόπος να ξεπεράσουμε την κρίση; Κι αν ναι, ποιός;
Πριν σας πώς τι πρέπει να κάνουμε, ας ξεκαθαρίσουμε τι δεν πρέπει να κάνουμε: Δεν πρέπει να εξαπολύσουμε φοροεπιδρομή στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Γιατί υπάρχουν πολλοί – επιχειρήσεις και νοικοκυριά – που βρίσκονται ήδη στο όριο. Κι αν τους πιέσουμε κι άλλο, θα βρεθούν κάτω από το νερό. Και μια τέτοια πίεση δεν θα φέρει περισσότερα έσοδα, θα φέρει περισσότερα «λουκέτα» επιχειρήσεων, θα φέρει περισσότερη ανεργία, θα φέρει κρίση ρευστότητας στην αγορά, άρα απώλεια εσόδων κλπ. Τελικά μια τέτοια πίεση στην αγορά και στην κοινωνία σε συνθήκες κρίσης, θα προκαλέσει μείωση δημοσίων εσόδων και αύξηση κυκλικών δαπανών. Άρα διόγκωση των ελλειμμάτων.
Μια φοροεπιδρομή σήμερα μπορεί να διογκώσει τα ελλείμματα, όχι να τα περιορίσει… Αυτή είναι μια πρώτη προειδοποίηση για την Κυβέρνηση. Καλό είναι αυτή την προειδοποίηση να την πάρουν πολύ σοβαρά. Όχι μόνο γιατί την εννοούμε και θα μας βρούν απέναντι. Αλλά και γιατί ο κίνδυνος που προσπαθούμε να αποτρέψουμε είναι σοβαρός. Πολύ σοβαρός...
Βεβαίως, υπάρχουν πηγές φορολογικών εσόδων από τις οποίες μπορούμε να αντλήσουμε. Όπως για παράδειγμα, η περιστολή της φοροδιαφυγής με τη μέθοδο των «τεκμηρίων κατανάλωσης». Μιλάμε για τις κραυγαλέες περιπτώσεις, όπου φορολογούμενοι που διάγουν πολυτελή διαβίωση, δηλώνουν, παρ’ όλα αυτά, εισοδήματα φτώχειας!
Εδώ πράγματι, μπορεί να υπάρξει σύλληψη φορολογητέας ύλης που διαφεύγει. Κι αυτό να είναι απολύτως ωφέλιμο για τα δημόσια έσοδα και απολύτως σύμφωνο με τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης – στην περίπτωσή μας της φορολογικής δικαιοσύνης – και της οικονομικής αποτελεσματικότητας.
Θα πουν κάποιοι ότι με τέτοια μέτρα δεν θα περιορίσουν δραστικά τα ελλείμματα. Άρα πρέπει να κάνουμε πολύ περισσότερα… Κι έχουν δίκιο. Αυτά όλα θα τα πούμε στη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό σε τρείς εβδομάδες. Δεν πρόκειται σήμερα να σας κουράσω με νούμερα και αριθμούς, με υποθέσεις εργασίας και «εναλλακτικά σενάρια», με «φορολογικές ελαστικότητες» και «αποτελέσματα υποκατάστασης», με όλες εκείνες τις τεχνικές λεπτομέρειες σύνθεσης ενός προϋπολογισμού, που συνήθως λίγοι μπορούν να τις παρακολουθήσουν κι ακόμα λιγότεροι να τις καταλάβουν...
Ωστόσο, όταν μιλάμε για Οικονομία, αναφερόμαστε «στο βασίλειο του συγκεκριμένου». Τα προβλήματα είναι συγκεκριμένα. Και οι λύσεις υπάρχουν κι είναι συγκεκριμένες κι αυτές. Ας γίνουμε λοιπόν, πιο συγκεκριμένοι:
Σε ό,τι αφορά τον πιο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα να θυμόμαστε ένα πράγμα: Δεν είναι μόνο η διεθνή κρίση, που μας γονάτισε, όπως γονάτισε όλες τις οικονομίες. Είναι κι ένα ολόκληρο οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης που χρεοκόπησε. Κι αυτό πρέπει να το αλλάξουμε κατά προτεραιότητα.
Όμως δεν θα ξεπεράσουμε την δημοσιονομική κρίση για να αλλάξουμε το μοντέλο ανάπτυξης. Ακριβώς το αντίστροφο: Θα αρχίσουμε να αλλάζουμε το μοντέλο ανάπτυξης, για να ξεπεράσουμε τη δημοσιονομική κρίση και στη συνέχεια να πραγματοποιήσουμε άλματα ανάπτυξης.
Ξέρω ότι κάποιοι θα σκεφτείτε, ότι αυτά είναι, ίσως, «ωραία λόγια». Αλλά δίχως πολιτικό αντίκρισμα. Είναι «εύκολες κουβέντες», που μπορεί να τις λέει κανείς ανώδυνα και ακίνδυνα, όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση, αλλά όταν βρίσκεται στο τιμόνι, δεν σημαίνουν τίποτε και δεν οδηγούν πουθενά... Θα προσπαθήσω να σας αποδείξω το αντίθετο:
Τι μπορεί, λοιπόν, να κάνει το κράτος, άμεσα για να μειώσει τα ελλείμματα και να απελευθερώσει το δυναμισμό της οικονομίας; Να τα βάλει όλα στο μικροσκόπιο:
Στο μικροσκόπιο τον ισολογισμό των επιχειρήσεων, όλων των επιχειρήσεων, αλλά κατά μείζονα λόγο των μικρομεσαίων.
Στο μικροσκόπιο τις στρεβλώσεις των αγορών.
Στο μικροσκόπιο τις δημόσιες δαπάνες.
Αλλά και πρέπει να από-ενοχοποιήσουμε την επιχειρηματικότητα. Που σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει ο επιχειρηματίας, ο σωστός επιχειρηματίας, να βλέπει το κράτος ως «αρωγό» στην αναπτυξιακή προσπάθεια. Όχι ως εχθρό...
Εξηγούμαι: Να βάλουμε τον ισολογισμό της επιχείρησης στο μικροσκόπιο και να εξετάσουμε το «εξωγενές κόστος» της. Δηλαδή, εκείνο το τμήμα του κόστους, που δεν έχει σχέση με την οικονομική λειτουργία της, αλλά της το επιβάλλει το ίδιο το κράτος: Τη φορολογία της, άμεση και έμμεση, τις εργοδοτικές εισφορές της, τις εισφορές υπέρ τρίτων, πάσης φύσεων τέλη, επιβαρύνσεις, πνευματικά δικαιώματα, κάθε λογής «χαράτσια» που πληρώνουν...
Όλα αυτά τα τμήματα του επιχειρηματικού κόστους τα καθορίζει το κράτος. Άρα μπορεί να τα ελαφρύνει το κράτος. Όχι μόνο για να επιβιώσουν οι επιχειρήσεις στη δύσκολη συγκυρία της κρίσης. Αλλά για να γίνουν πιο ανταγωνιστικές μετά την κρίση. Να στηρίξουμε την ανταγωνιστικότητά τους.
Η ελληνική οικονομία έχει έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Δεν μπορεί να ξεπεράσει την κρίση - τη δημοσιονομική και όχι μόνο - αν δεν αναβαθμίσει την ανταγωνιστικότητά της. Και το κράτος μπορεί να βοηθήσει την επιχείρηση να γίνει πιο ανταγωνιστική. Αυτό δεν θα αρχίσει από αύριο. Πρέπει να αρχίσει υποχρεωτικά από σήμερα. Αλλιώς δεν θα αρχίζει ποτέ...
Η στήριξη της επιχείρησης σήμερα, η βοήθεια προς την επιχείρηση να γίνει πιο ανταγωνιστική, οφείλει να είναι κυρίαρχη συνιστώσα και ύψιστη προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής.
Το δεύτερο που πρέπει να βάλουμε στο μικροσκόπιο, είναι οι στρεβλώσεις των αγορών: Όταν ανεβαίνει το κόστος ανεβαίνουν και οι τιμές. Όμως, όταν πέφτει το κόστος, δεν υποχωρούν οι τιμές. Συνέβη με το πετρέλαιο και με τα επιτόκια, δηλαδή με τις δόσεις των δανείων, καταναλωτικών, επιχειρηματικών και στεγαστικών. Αυτό, μεταξύ πολλών άλλων, σημαίνει ότι υπάρχει πρόβλημα στρεβλώσεων στις αγορές μας. Αλλού το πρόβλημα είναι μονοπώλια, αλλού ολιγοπωλιακές πρακτικές, αλλού καταχρήσεις «δεσπόζουσας θέσης», αλλού καρτέλ, κι αλλού εμπόδια εισόδου νέων επιχειρήσεων.
Στρεβλώσεις θεωρώ ακόμα κι εκείνες τις επιβαρύνσεις της επιχείρησης που δεν τις προκαλεί το κράτος, αλλά η απουσία του: Όπως το παρά-εμπόριο: όταν βλέπει ο καταστηματάρχης παράνομους πλανόδιους να πουλάνε έξω από τη βιτρίνα του ίδια προϊόντα με τα δικά του, ή απομιμήσεις τους, σε πολύ χαμηλότερο κόστος. Αυτό αποτελεί αθέμιτο ανταγωνισμό που σκοτώνει το εμπόριο και την οικονομία γενικότερα. Ή όταν μια κινητοποίηση μερικών δεκάδων ατόμων κλείνει τους δρόμους και παραλύει ένα ολόκληρο εμπορικό κέντρο. Κι αυτό δεν συμβαίνει πλέον κάποιες μέρες, συμβαίνει καθημερινά. Κι αυτό είναι στρέβλωση που σκοτώνει το εμπόριο και την οικονομία.
Όλες τις στρεβλώσεις που περιλαμβάνει η βιβλιογραφία τις έχουμε στην Ελλάδα! Και πρέπει να αρχίσουμε να τις εξαλείφουμε, γιατί μόνο έτσι θα απελευθερώσουμε το δυναμισμό της ελληνικής οικονομίας. Γιατί εξάλειψη των στρεβλώσεων σημαίνει περισσότερος ανταγωνισμός: Δέστε, για παράδειγμα, πόσο ωφελείται το κοινό, όταν στη θέση ενός κρατικού μονοπωλίου δημιουργούνται δύο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις. Ας πούμε, δύο αεροπορικές εταιρίες, που έχουν καλύτερη εξυπηρέτηση, νεώτερα αεροσκάφη και χαμηλότερες τιμές…
Εξάλειψη των στρεβλώσεων σημαίνει καλύτερες τιμές και για τον παραγωγό και για τον καταναλωτή: Φανταστείτε τι θα σήμαινε να εξαλείψουμε τις τεράστιες διαφορές τιμών ανάμεσα στο χωράφι και το ράφι. Στην Ευρώπη αυτή η απόκλιση είναι 35-60% ενώ στην Ελλάδα φτάνει μέχρι 700%! Αν κατέβαινε σε πιο «φυσιολογικά επίπεδα», θα μπορούσε ο παραγωγός να απολαμβάνει πολύ υψηλότερο εισόδημα και ο καταναλωτής πολύ καλύτερη τιμή.
Εξάλειψη των στρεβλώσεων σημαίνει ακόμα, ότι θα μπορούν μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις να μεγαλώσουν και να ανταγωνιστούν ακόμα και στην παγκόσμια αγορά. Αναλογιστείτε: πόσες ελληνικές επιχειρήσεις είδατε να μεγαλώνουν τα τελευταία χρόνια. Και γιατί στην Ελλάδα δεν μπορέσαμε να δημιουργήσουμε μια ΝΟΚΙΑ, όπως η Φιλανδία, μια άλλη χώρα της Ευρώπης ίδιας τάξης μεγέθους σε πληθυσμό, όπως η Ελλάδα; Μόνο αν απελευθερώσουμε το δυναμισμό της ελληνικής οικονομίας από τις στρεβλώσεις των αγορών, θα αρχίσουμε να παράγουμε υγιή δημόσια έσοδα, τα οποία, με τη σειρά τους, θα αρχίσουν να «απορροφούν» τα ελλείμματα.
Μ’ άλλα λόγια, σε τελευταία ανάλυση, η υγιής ανάπτυξη θα μας βγάλει από τα ελλείμματα και τα χρέη. Αντίθετα, η συμπίεση της οικονομίας, η παρατεταμένη ασφυξία της αγοράς, θα μας βυθίσει σε ακόμα μεγαλύτερα ελλείμματα και ακόμα πιο δυσβάστακτα χρέη...
Βέβαια, την καταπολέμηση των στρεβλώσεων θα έπρεπε να την κάνει η μάλλον ράθυμη Επιτροπή Ανταγωνισμού. Μόνο που το θεσμικό πλαίσιο είναι προφανώς ανεπαρκές. Γιατί και εκεί δεν έγιναν πολλά. Ούτε προχθές, ούτε χθες, ούτε σήμερα… Γιατί, τάχα, πρέπει να περιμένουμε κι άλλο για να αρχίσουμε να εξαλείφουμε τις στρεβλώσεις των αγορών; Γιατί να μην αρχίσουμε από τώρα; Είναι κάτι που θα έχει άμεσα αισθητά αποτελέσματα. Και πολύ μεγαλύτερα μακροχρόνια αποτελέσματα. Και που δεν στοιχίζει τίποτε.
Η Κυβέρνηση Καραμανλή έκανε σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές: Ενδεικτικά αναφέρω τις ΣΔΙΤ, το ασφαλιστικό, την πώληση της Ολυμπιακής, το νόμο για τις ΔΕΚΟ, τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιριών, ή την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου για την προστασία του Καταναλωτή. Ασφαλώς μένουν ακόμα να γίνουν πολλά…
Το τρίτο που πρέπει να βάλουμε στο μικροσκόπιο είναι τις δαπάνες του προϋπολογισμού: Και να τις αξιολογήσουμε με δύο κριτήρια: Τον πολλαπλασιαστή τους και την απόδοσή τους. Τον πολλαπλασιαστή τους, δηλαδή τη δυνατότητά τους να υποκινούν περισσότερο οικονομικό δυναμισμό στην αγορά, άρα να παράγουν περισσότερη ενεργό ζήτηση, περισσότερη ανάπτυξη, τζίρους και άμεσα φορολογικά έσοδα. Και την απόδοσή τους, δηλαδή τη δυνατότητά τους να υποκινούν αυξήσεις εισοδήματος στο μέλλον.
Δαπάνες που είτε έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή είτε έχουν υψηλές αποδόσεις, αξίζει τον κόπο να τις αυξήσουμε. Και πάντως δεν πρέπει να τις μειώσουμε. Τις υπόλοιπες, που πολύ συχνά είναι σπατάλες, οφείλουμε να τις περικόψουμε κατά προτεραιότητα.
Δαπάνες με υψηλό πολλαπλασιαστή είναι εκείνες που καλύπτουν ανάγκες, τις οποίες δεν μπορεί να καλύψει άλλος πέρα από το κράτος. Και εκείνες που αφορούν την εισοδηματική ενίσχυση των χαμηλών στρωμάτων, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Διότι αυτά τα στρώματα σπεύδουν και ξοδεύουν όσα εισπράττουν. Δαπάνες με υψηλή απόδοση, είναι εκείνες που αφορούν επενδύσεις ειδικά σε τομείς κρίσιμους: Υποδομές, μεταφορές, Ενέργεια και Έρευνα.
Προσοχή, λοιπόν, η μείωση των δημοσίων δαπανών, πρέπει να αφορά τις σπατάλες, όχι τις δαπάνες με υψηλό πολλαπλασιαστή υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα, και υψηλές αποδόσεις. Αυτές οι τελευταίες πρέπει να αυξηθούν. Και θα δώσουν τελικά περισσότερα οφέλη σήμερα κι αύριο απ’ ότι κοστίζουν τώρα.
Ανέφερα ήδη, λοιπόν, ότι πρέπει να βάλουμε στο μικροσκόπιο: Το εξωγενές κόστος της επιχείρησης, για να το μειώσουμε. Τις στρεβλώσεις των αγορών, για να τις εξαλείψουμε. Τις δημόσιες δαπάνες, για να περικόψουμε όσες έχουν χαμηλά δευτερογενή αποτελέσματα, δηλαδή χαμηλό πολλαπλασιαστή και χαμηλές αποδόσεις, κι όχι να κόψουμε ότι συντηρεί και αυξάνει το δυναμισμό της ελληνικής οικονομίας.
Δεν θα πνίξουμε την αγορά για να «σώσουμε» τα δημόσια οικονομικά. Η Λογική: «πονάει μάτι... κόβει κεφάλι» δεν είναι οικονομική στρατηγικη. Είναι λογιστική αντιμετώπιση. Και μάλιστα κακή λογιστική αντιμετώπιση…
Μαντεύω κι ένα τελευταίο ερώτημα: Μα πώς μπορούμε να μειώσουμε το εξωγενές κόστος των επιχειρήσεων, χωρίς να χάσουμε έσοδα; Μήπως αυτό οδηγήσει σε μεγαλύτερα ελλείμματα; Μήπως για να δώσουμε μεγαλύτερα «ώθηση» αύριο, παράγουμε μεγαλύτερα ελλείμματα σήμερα;
Η απάντηση στο εύλογο αυτό ερώτημα είναι η εξής: Υπό ορισμένες ρεαλιστικές υποθέσεις, η μείωση φορολογικών συντελεστών μπορεί να παράγει μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα. Κι αυτό οφείλεται στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Η μάλλον, εξαρτάται από το αν επιτύχουμε διεύρυνση της φορολογικής βάσης... Αν παίρνετε λίγα από πολλούς μπορείτε να μαζεύετε πολύ περισσότερα, αντί να προσπαθείτε να πάρετε πολλά από όλο και πιο λίγους...
Αντίστοιχα, η αύξηση των φορολογικών συντελεστών δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην σε περισσότερα έσοδα, μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερα «λουκέτα», περισσότερη ανεργία, περισσότερη διαφθορά περισσότερη γκρίζα οικονομία.
Το ίδιο ισχύει και με τις εργοδοτικές εισφορές. Στην Ελλάδα έχουμε ίσως τον υψηλότερο συντελεστή συνολικού εργοδοτικού κόστους σε σχέση με τα καθαρό εισόδημα τους εργαζόμενου. Πράγμα που σημαίνει ότι τα χρήματα που στοιχίζει κάθε εργαζόμενος στον εργοδότη είναι δυσανάλογα περισσότερα απο εκείνα που εισπράττει τελικά ο εργαζόμενος. Κι αυτό δεν ανακουφίζει τα ασφαλιστικά ταμεία. Αντίθετα αποθαρρύνει τις προσλήψεις, μεγαλώνει την ανεργία, μειώνει τελικά τα έσοδα των ταμείων. Ενώ αν μειώσουμε τους συντελεστές εργοδοτικών εισφορών, μπορεί να δείτε να προσλαμβάνονται περισσότεροι, να δηλώνονται περισσότεροι (που σήμερα απασχολούνται στη «μαύρη εργασία») και τελικώς να εισρέουν περισσότερα χρήματα στα ασφαλιστικά ταμεία.
Όλα αυτά πρέπει να τα εξετάσουμε πολύ προσεκτικά. Κυριολεκτικά να τα βάλουμε στο μικροσκόπιο... Και να ανακαλύψουμε πολλούς αφανείς τρόπους, να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, τη δημιουργικότητα και το δαιμόνιο του Έλληνα, που θριαμβεύει παντού αλλού, και μαραζώνει μόνο στην πατρίδα του. Άλλωστε, τη μείωση των φορολογικών και άλλων επιβαρύνσεων της επιχείρησης είμαστε υποχρεωμένοι να την κάνουμε. Διότι όλες οι γειτονικές μας χώρες ρίχνουν τους φορολογικούς συντελεστές. Εμείς πως θα προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις, αν αυξήσουμε τους φόρους μας; Γιατί να έρθει ο ξένος επενδυτής να βάλει τα λεφτά του στην Ελλάδα;
Ταυτόχρονα πρέπει να εξαντλήσουμε όλους τους τρόπους να αυξήσουμε τα έσοδα μεγιστοποιώντας το δυναμισμό της Οικονομίας και την απόδοση των περιουσιακών μας στοιχείων, όχι πιέζοντας ακόμα περισσότερο μιαν οικονομία που βρίσκεται ήδη στα όρια της ασφυξίας. Θα βγούμε από την κρίση με ανάπτυξη όχι με συμπίεση. Αυτή είναι η οικονομική λύση. Γιατί η Οικονομική επιστήμη προσπαθεί να μεγιστοποιήσει αποδόσεις και οφέλη.
Δεν είναι η λογιστική λύση. Γιατί ο λογιστής εξισορροπεί έσοδα κι έξοδα χωρίς να ενδιαφέρεται για το δυναμισμό, δηλαδή την οικονομική συμπεριφορά των αντιστοίχων μεγεθών. Αυτή είναι ταυτόχρονα και η πολιτική λύση. Διότι ο πολιτικός οφείλει να λύνει τα προβλήματα του σήμερα, χωρίς να δημιουργεί χειρότερα προβλήματα αύριο.
Όποιος δανείζεται σήμερα αδιαφορώντας για το πώς θα ξεπληρωθεί το χρέος αύριο, ασκεί κακή πολιτική. Κι όποιος πνίγει την οικονομία με δυσβάστακτους φόρους σήμερα προκειμένου να εξισορροπήσει το έλλειμμα, αδιαφορώντας αν για πολλές επιχειρήσεις και νοικοκυριά δεν θα υπάρξει αύριο, ασκεί ακόμα χειρότερη πολιτική.
Προσπάθησα όσο πιο συνοπτικά μπορούσα να πω ότι υπάρχουν διαστάσεις της οικονομικής μας πολιτικής που δεν έχουμε διερευνήσει. Προτείνω τη διερεύνησή της. Γιατί η αντιπολίτευση οφείλει να προτείνει –όχι μόνο να γενικολογεί- ή να καταγγέλλει.
Η στήριξη της ανταγωνιστικότητας της μικρομεσαίας επιχείρησης είναι μια τέτοια διάσταση. Και πολύ κρίσιμη μάλιστα. Αφού οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δημιουργούν πάνω από το 70% των θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.
Η εξάλειψη των στρεβλώσεων είναι μια άλλη τέτοια διάσταση. Στην Ευρώπη δίνουν τεράστια σημασία και απόλυτη προτεραιότητα. Εδώ την έχουμε ξεχάσει...
Επίσης η εξάλειψη των στρεβλώσεων είναι πολύ κρίσιμη, αφού επιτρέπει να υπάρχει διάχυση ευκαιριών και ανάπτυξης – το λεγόμενο spill over effect – και να λειτουργήσουν οι συνέργειες ανάμεσα σε κλάδους και επιχειρήσεις. Έτσι ώστε όταν αναπτύσσεται ο ένας κλάδος να συμπαρασύρει και τους υπόλοιπους. Όχι η επιτυχία κάποιων να απομυζά κάθε ζωτικότητα απ’ όλους τους άλλους.
Κλείνοντας λοιπόν, επανέρχομαι στην αρχική μου παρατήρηση: Τις πολιτικές ηγεσίες τις θέλουμε για να εμπνεύσουν Ελπίδα και Προοπτική. Όχι για να αφήνουν ανοιχτή την πόρτα του πανικού. Ένας πολιτικός, ειδικά στις δύσκολες στιγμές, πρέπει να «φτιάχνει» την ψυχολογία της αγοράς. Γιατί η αγορά είναι πάνω απ’ όλα ψυχολογία.
Η Ελλάδα μπορεί να ανακάμψει. Και θα ανακάμψει.
Σας μίλησα για την ανταγωνιστικότητα παντού. Σας μίλησα για την επιχειρηματικότητα και την από-ενοχοποίησή της. Σας μίλησα για την εξάλειψη των στρεβλώσεων των αγορών. Με άλλα λόγια σας μίλησα ως αληθινός φιλελεύθερος.
Σας μίλησα ακόμα για τα κοινωνικά προτάγματα της ανάπτυξης, για τις ευκαιρίες που πρέπει να διαχέονται παντού, για την κοινωνική δικαιοσύνη, για την προστασία των ασθενέστερων εισοδημάτων και το ρυθμιστικό ρόλο του κράτους. Που πρέπει να αγρυπνά, ώστε να τηρούνται οι κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού. Και να τις αποκαθιστά όπου παραβιάζονται. Μ’ άλλα λόγια σας μίλησα για ένα φιλελευθερισμό που ενδιαφέρεται για την ευημερία των πολλών. Και μάλιστα για μια ευημερία που διαχέεται και αυτοτροφοδοτείται.
Γι αυτό οι φιλελεύθερες ιδέες και η πίστη στην ιδιωτική πρωτοβουλία μπορούν να έχουν κοινωνικά προτάγματα. Αντίστοιχα, η ανάπτυξη και η κοινωνική δικαιοσύνη, η αγορά και η κοινωνία, παντρεύονται αβίαστα.
Σας μίλησα γι’ αυτό ακριβώς: για τον κοινωνικό φιλελευθερισμό! Ένα σύστημα ιδεών που κυριαρχούν πια παντού στην Ευρώπη. Καιρός να επικρατήσουν και στην Ελλάδα. Για να «ξεφορτωθούμε» τις χρόνιες εμμονές μας, τις ιδεολογικές ακαμψίες μας και τις οικονομικές στρεβλώσεις μας. Ώστε να αναδείξουμε τα ανταγωνιστικά μας πλεονεκτήματα και να απελευθερώσουμε το δυναμισμό του λαού μας...


Σχόλια