Χ. Συγκούλα: Νιώθω άβολα όταν κάποιος λέει «είμαι περήφανος για τη χώρα μου»

-->

Η ζωή της σημαντικής καλλιτέχνιδας, Χάνα Συγκούλα, βρέθηκε στο επίκεντρο συνάντησής της με το κοινό της, κατά τη διάρκεια της τιμητικής προβολής πέντε μικρού μήκους ταινιών, στις οποίες είτε υπογράφει τη σκηνοθεσία, είτε πρωταγωνιστεί, στο πλαίσιο του 55ου ΦεστιβάλΚινηματογράφου Θεσσαλονίκης. 

Η Χ. Συγκούλα αποκάλυψε πως νιώθει άβολα όταν ακούει κάποιον να λέει «είμαι περήφανος για τη χώρα μου». Όπως είπε, «νιώθω να φοβάμαι λίγο. Σκέφτομαι τη Γερμανία μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε ο στόχος ήταν να υπερτονιστεί η εθνική υπερηφάνεια. Κι αυτό είναι κάτι που δεν μου εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη, είναι κάτι που μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε φασισμό, εξτρεμισμό ή τρομοκρατία. Βλέπουμε ακραία κινήματα που θέλουν να σώσουν ‘αυτό που χάθηκε’. Κάθε κρίση είναι μια μεγάλη ευκαιρία για να προχωρήσει κανείς μπροστά, αλλά είναι και ένας μεγάλος κίνδυνος να προσκολληθεί σε παλιές αντιλήψεις για το πώς ήταν η ζωή και πώς πρέπει να είναι. Εμείς, η γενιά μου, δεν θέλαμε να ταυτιστούμε με το παρελθόν μας. Εγώ ήθελα να είμαι οτιδήποτε άλλο παρά Γερμανίδα. Αυτό ήταν καλό, γιατί ήμουν πάντα ανοιχτή στο διαφορετικό, πάντα με συναρπάζει αυτό». 



Η ηθοποιός εξέφρασε τη χαρά της για το ότι το κοινό είχε γεμίσει την αίθουσα και μίλησε για τις ταινίες της. Όπως είπε, το 1978 οι σχέσεις της με τον σκηνοθέτη Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ ήταν τεταμένες. «Ήταν μια άγρια περίοδος, ήθελε να τα κάνω όλα στην ταινία -να είμαι ηθοποιός, τραγουδίστρια και διάφορα άλλα-, και το πρότζεκτ που ετοίμαζε τότε τελικά δεν προχώρησε. Έτσι, αγόρασα μια κάμερα και τραβούσα δικά μου πλάνα. Ήταν κυρίως το υλικό των ονείρων μου, που τα ξαναζούσα με την κάμερα, χωρίς κανείς να με σκηνοθετεί. Μόνη μου έκανα τη σκηνοθεσία, το φωτισμό και το μοντάζ» είπε, και πρόσθεσε πως το υλικό αυτό δεν προβλήθηκε ποτέ μέχρι το 2003, όταν το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (ΜΟΜΑ) της Νέας Υόρκης πραγματοποίησε ρετροσπεκτίβα στο έργο της Χάνα Συγκούλα. Οι υπεύθυνοι του Μουσείου τη ρώτησαν αν υπήρχε υλικό της που δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ ξανά κι έτσι προβλήθηκαν οι άγνωστες μέχρι τότε ταινίες της. «Ήταν μια επιβράβευση για μένα και έπειτα από αυτό, ξεκίνησα να δουλεύω ξανά», είπε. Έτσι δημιούργησε τη δεύτερη ταινία της, Χάνα Χάνα, με φόντο το Μνημείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο. Η ταινία αναφέρεται στη σχέση της ίδιας με το παρελθόν της Γερμανίας. Αφού το MoMA ζήτησε να προβάλει και αυτή την ταινία, μετά από αυτό, όπως είπε η κ. Συγκούλα, «δεν χρειαζόμουν άλλη ενθάρρυνση. Συνέχισα να κάνω ταινίες, μία με δύο το χρόνο, ειδικά όταν δεν είχα προτάσεις για συνεργασίες, διότι αυτό μου έδινε ελπίδα, σκεφτόμουν ότι τα καλύτερα έρχονται. Από παιδί ήμουν έτσι. Ακόμη και τώρα, αυτό πιστεύω». 



Σε ερώτηση θεατή αν δυσκολεύτηκε με το να μιλά γερμανικά και να εκφράζεται σε αυτή τη γλώσσα, απάντησε πως παρότι ανήκει στη γενιά που μεγάλωσε αμέσως μετά από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και δεν υπήρχε λόγος για να νιώθει ένοχη, «ωστόσο όντως αισθανόμουν έτσι. Η δράση των ναζί σημάδεψε όλο τον κόσμο. Ήταν τρομερό βάρος αυτή η κληρονομιά». «Και οι Γερμανοί είναι άνθρωποι, όμως, δεν είναι όλοι τέρατα. Ωστόσο, η ιστορία αυτή δείχνει το πώς οι άνθρωποι μετατρέπονται σε τέρατα, όταν βρεθούν σε καταστάσεις κρίσης, απώλειας ή φτώχειας», πρόσθεσε.

Το 55ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πραγματοποιεί αφιέρωμα στη Χάνα Συγκούλα, σε συνεργασία με το Goethe-Institut Thessaloniki.

Σχόλια